Λάμπρος Σκόντζος: Ἅγιος Αὐγουστῖνος Ἰππῶνος
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητοῦ
Ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγάλους Πατέρες καὶ διδασκάλους τῆς ἀρχαίας δυτικῆς Ἐκκλησίας ὑπῆρξε καὶ ὁ ἅγιος Αὐγουστῖνος, ἐπίσκοπος Ἰππῶνος τῆς Βορείου Ἀφρικῆς. Πρόκειται γιὰ μιὰ μεγάλη προσωπικότητα, ἡ ὁποία σφράγισε κυριολεκτικὰ τὸ ἀνθρώπινο πνεῦμα, δημιούργησε θεολογικὴ σκέψη καὶ ἔδωσε συγκεκριμένη κατεύθυνση στὸν δυτικὸ πολιτισμό.
Γεννήθηκε στὴν πόλη Ταγάστη τῆς Νουμιδίας (σημερινὴ Ἀλγερία) τὸ 354. Ὁ πατέρας του, εὐγενὴς γαιοκτήμονας, ἦταν εἰδωλολάτρης, σὲ ἀντίθεση μὲ τὴ μητέρα του Μόνικα, ἡ ὁποία ἦταν ἔνθερμη χριστιανὴ καὶ ἡ ὁποία φρόντισε νὰ κατηχήσῃ τὸν μικρὸ Αὐγουστῖνο στὴ χριστιανικὴ πίστη. Ὅμως ἐκεῖνος φάνηκε ἀπὸ μικρὸς ἀπείθαρχος καὶ ἀρνήθηκε τὸ ἅγιο Βάπτισμα.
Ἔδειξε νωρὶς ἀσυνήθιστη εὐφυΐα καὶ ἔλαβε σοβαρὴ μόρφωση. Ἀρνήθηκε ἐπίμονα νὰ μάθῃ τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα, γεγονὸς ποὺ θὰ ἀποβῇ μοιραῖο ἀργότερα γιὰ τὸν ἴδιο. Σὲ ἡλικία δεκαεπτὰ ἐτῶν στάλθηκε στὴν Καρχηδόνα νὰ σπουδάσῃ ρητορική. Ὅμως ἐκεῖ ἔμπλεξε μὲ κακὲς παρέες καὶ ἄρχισε νὰ ζῇ βίο ἔκλυτο. Συνδέθηκε μὲ κάποια χριστιανή, μὲ τὴν ὁποία μάλιστα ἀπέκτησε καὶ ἕναν νόθο γιὸ τὸν Ἀδεοδάτο, τὸ 372. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ πλήγωσε βαθειὰ τὴν εὐσεβῆ μητέρα του, ἡ ὁποία ἔχυνε ποτάμια δακρύων γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ γιοῦ της.
Ἔγινε φανατικὸς μελετητὴς τοῦ Κικέρωνα, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ στραφῇ πρὸς τὴ φιλοσοφία καὶ τὴν ἀναζήτηση τῆς ἀλήθειας. Ἄρχισε σταδιακὰ νὰ θεωρῇ τὴν Ἁγία Γραφὴ ὡς ἀνεπαρκῆ καὶ γι’ αὐτὸ στράφηκε σὲ αἱρετικὲς ὁμάδες. Κατέληξε στὴν αἵρεση τῶν Μανιχαίων, τῶν ὁποίων τὸ διαρχικὸ σύστημα γοήτευσε τὸν ἀνήσυχο νεαρὸ Αὐγουστῖνο. Ἡ «θεοποίηση» τοῦ κακοῦ, ὅπως δόξαζε ἡ αἵρεση αὐτή, δικαιολογοῦσε τὸν ἔκλυτο βίο του. Ἔμεινε στὴν αἵρεση αὐτὴ ἐννέα χρόνια. Κατόπιν γύρισε στὴν Ταγάστη καὶ ἄνοιξε σχολὴ ρητορικῆς. Ὅμως ἡ θητεία του στὸν Μανιχαϊσμὸ τραυμάτισε βαθειὰ τὴν ψυχή του καὶ γι’ αὐτὸ ζοῦσε σὲ ἕναν κόσμο ψευδαισθήσεων, ἦταν ἀνικανοποίητος πνευματικά. Σημαντικὸ ρόλο ἔπαιξε σ’ αὐτὸν ὁ ἐπίσκοπος Φαῦστος, ὁ ὁποῖος ἐνέβαλε πνευματικοὺς προβληματισμοὺς στὴν ψυχή του. Ἀποφάσισε νὰ πάῃ στὴ Ρώμη, ὅπου ἄνοιξε ἄλλη σχολὴ ρητορικῆς καὶ συναναστράφηκε μὲ ὀνομαστοὺς φιλοσόφους. Ἄρχισε νὰ μελετᾷ μὲ πάθος τὴ νεοπλατωνικὴ φιλοσοφία, ὅπου νόμισε πὼς βρῆκε τὴν ἀλήθεια, ποὺ ἐπιζητοῦσε. Ὁ ἀσκητισμὸς τοῦ νεοπλατωνισμοῦ τὸν ἀπέσπασε ἀπὸ τὴν ἀνηθικότητα. Ἐκεῖ ἀρρώστησε βαριά. Μετὰ τὴν ἀνάρρωσή του πῆγε στὸ Μιλᾶνο, ὅπου μετέφερε τὴ σχολή του.
Σταθμὸ στὴν πνευματική του πορεία στάθηκε ἡ γνωριμία του ἐκεῖ μὲ τὸν ἅγιο Ἀμβρόσιο ἐπίσκοπο Μεδιολάνων τὸ 384. Ἤδη ἡ μητέρα του Μόνικα εἶχε συναντηθεῖ μὲ τὸν ἅγιο ἐπίσκοπο καὶ τὸν παρακάλεσε θερμὰ νὰ σώσῃ τὸ παιδί της. Ἡ ἁγιότητα, ἡ πραότητα καὶ ἡ γλυκύτητα τοῦ ἁγίου Ἀμβροσίου κατέκτησαν τὸν ἀτίθασο Αὐγουστῖνο. Ὕστερα ἀπὸ μακρὰ κατήχηση, ὁ Αὐγουστῖνος μεταστράφηκε στὴν Χριστιανικὴ πίστη. Ἀποκήρυξε ὁριστικὰ τὸν Μανιχαϊσμὸ καὶ στράφηκε στὴν καλλιέργεια τοῦ ἐσωτερικοῦ του βίου, μὲ βάση τὴν χριστιανικὴ πνευματικότητα. Ἀρνήθηκε νὰ νυμφευτῇ, παρ’ ὅλες τὶς παρακλήσεις τῆς μητέρας του. Εἶχε διαβάσει τὸ βίο τοῦ ἁγίου Ἀντωνίου καὶ ἀποφάσισε νὰ ἀκολουθήσῃ τὸν ἄγαμο βίο. Ἕνα ὅραμα ἄλλαξε κυριολεκτικὰ τὴ ζωή του. Σὲ μιὰ στιγμὴ ἔντονης συναισθηματικῆς φόρτισης, κλαίγοντας γιὰ τὸν πρότερο βίο του, παρουσιάστηκε ἕνα παιδί, τοῦ ὑπόδειξε νὰ διαβάσῃ τὶς Ἐπιστολὲς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Ὅταν ἄνοιξε τὴ Καινὴ Διαθήκη ἔπεσε στὸ χωρίο «μὴ κώμοις καὶ μέθαις, μὴ κοίταις καὶ ἀσελγείαις, μὴ ἔριδι καὶ ζήλῳ, ἀλλ’ ἐνδύσασθε τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, καὶ τῆς σαρκὸς πρόνοιαν μὴ ποιῆστε εἰς ἐπιθυμίαις» (Ρωμ. 13,13). Αὐτὸ τὸ θεώρησε ὡς θέοθεν κλήση καὶ γι’ αὐτὸ πῆρε τὴ μεγάλη ἀπόφαση νὰ ἀλλάξῃ ὁριστικὰ κεφάλαιο στὴ ζωή του. Τὸ 387 ἔλαβε τὸ ἅγιο Βάπτισμα ἀπὸ τὸν Ἀμβρόσιο, μαζὶ μὲ τὸν φίλο του Ἀλύπιο καὶ τὸ γιό του Ἀδεοδάτο. Κατόπιν μετέβηκαν στὴν Ὄστια, ὅπου ἡ Μόνικα κοιμήθηκε.
Τὸ 388 ἐπέστρεψε στὴν Ταγάστη, μαζὶ μὲ τὸν Ἀλύπιο καὶ τὸν Ἀδεοδάτο. Ἀλλὰ λίγο μετὰ πέθανε ὁ Ἀδεοδάτος. Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ μοίρασε τὴν περιουσία του στοὺς φτωχοὺς καὶ ἀφιερώθηκε στὴ νηστεία, στὴν προσευχή, στὴ μελέτη τῶν Γραφῶν καὶ στὴ συγγραφή. Σὲ κάποια ἐπίσκεψή του στὴ γειτονικὴ πόλη Ἰππώνα ὁ γέροντας ἐπίσκοπος Οὐαλέριος τοῦ πρότεινε νὰ εἰσέλθῃ στὸν ἱερὸ κλῆρο. Δέχτηκε καὶ χειροτονήθηκε πρεσβύτερος. Τὸ 395, κατ’ ἀπαίτηση κλήρου καὶ λαοῦ, ἐκλέχτηκε ἐπίσκοπος Ἰππῶνος. Γιὰ τριανταπέντε χρόνια λάμπρυνε τὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο τῆς ἀφρικανικῆς αὐτῆς πόλεως. Ὑπῆρξε ὑποδειγματικός, ποιμένας καὶ δάσκαλος, τοῦ ὁποίου ἡ φήμη ξεπέρασε τὰ ὅρια τῆς μικρῆς πόλεως. Ζοῦσε ἀσκητικά, μὲ ταπείνωση καὶ ἔχυνε καθημερινὰ δάκρυα μετάνοιας. Ὑπῆρξε ὁ κατ’ ἐξοχὴν ἅγιος τῆς μετάνοιας. Μερίμνησε γιὰ τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας φροντίζοντας γιὰ τὴν ἄρση τοῦ φοβεροῦ σχίσματος τῶν Νοβατιανῶν. Ὀργάνωσε μιὰ γιγαντιαία ἱεραποστολὴ γιὰ τὴν μεταστροφὴ τῶν εἰδωλολατρῶν καὶ αἱρετικῶν στὴν Ἐκκλησία. Ἀντιμετώπισε μὲ ἐπιτυχία τὴν αἵρεση τοῦ Πελαγιανισμοῦ. Παράλληλα ἔγραφε ἀκατάπαυστα νύχτα καὶ ἡμέρα τὰ περισπούδαστα ἔργα του. Ἕνα ἀπὸ τὰ σπουδαιότερα ἔργα του εἶναι «Περὶ τῆς Πολιτείας τοῦ Θεοῦ», τὸ ὁποῖο ἔγραψε μετὰ τὴν ἅλωση τῆς Ρώμης ἀπὸ τοὺς βαρβάρους Οὔνους (410). Ἄλλο σπουδαῖο ἔργο του οἱ «Ἐξομολογήσεις», μιὰ ἐκ βάθους προσωπικὴ ἐξομολόγηση γιὰ τὴν πολυτάραχη ζωή του.
Κοιμήθηκε στὶς 28 Αὐγούστου 427, ἐνῷ ἡ Ἰππώνα πολιορκοῦνταν ἀπὸ τοῦ Βανδάλους. Ἡ μνήμη του ἑορτάζεται στὶς 15 Ἰουνίου.
Ὁ ἅγιος Αὐγουστῖνος ὑπῆρξε ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ δυνατὰ μυαλὰ τῆς ἀνθρωπότητας. Ὑπῆρξε ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους ἐκκλησιαστικοὺς συγγραφεῖς καὶ θεολόγους. Ὅμως ἔπεσε δυστυχῶς καὶ σὲ πλάνες. Αὐτὸ συνετέλεσε ἡ ἄγνοια τῶν Ἑλλήνων Πατέρων, ἀφοῦ δὲν γνώριζε τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα, ἀλλὰ καὶ οἱ πνευματικὲς καταβολές του ἀπὸ τὸν Μανιχαϊσμὸ καὶ τὸν Νεοπλατωνισμό. Ἡ Ἐκκλησία εἶδε μὲ συγκατάβαση τὶς παρεκκλίσεις του, τὶς ὁποῖες ἔθεσε στὸ περιθώριο καὶ ἐκτιμήθηκε ἡ εἰλικρινὴς μετάνοιά του καὶ ἡ ἁγία ζωή του. Ὅμως οἱ πλάνες του υἱοθετήθηκαν ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς Φράγκους τὸν 8ο μ. Χ. αἰῶνα, οἱ ὁποῖες εἰσέβαλλαν στὴ δυτικὴ χριστιανοσύνη καὶ καθιερώθηκαν ὡς δόγματα τοῦ παπισμοῦ καὶ τοῦ προτεσταντισμοῦ.
__________________________________
Πολυτονισμὸς ΕΘΝΕΓΕΡΣΙΣ


