Λάμπρος Σκόντζος: «Ἐπόπται γενηθέντες τῆς Ἐκείνου Μεγαλειότητος»
(Ἑόρτιο ἀφιέρωμα στὴ μεγάλη δεσποτικὴ ἑορτὴ τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου. Σύντομη θεολογικὴ προσέγγιση τῆς ὀρθοδόξου διδασκαλίας περὶ τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς δυνατότητος μετοχῆς τῶν πιστῶν σὲ αὐτές).
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητοῦ
Ἂν μελετήσουμε μὲ προσοχὴ τὰ Ἱερὰ Εὐαγγέλια θὰ διαπιστώσουμε πὼς οἱ μαθητὲς τοῦ Κυρίου φωτίζονταν σταδιακὰ καὶ κατανοοῦσαν τὸ τί ἦταν πραγματικὰ ὁ Διδάσκαλός τους. Ἔπρεπε νὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τὶς λαθεμένες περὶ Μεσσία ἰουδαϊκὲς προσδοκίες καὶ νὰ ὁδηγηθοῦν στὴν ἐπίγνωση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Σὲ αὐτὸ συνέβαλλε οὐσιαστικὰ ὁ Κύριος μὲ τὶς κατ’ ἰδίαν διδασκαλίες Του, τὰ θαύματά Του, τὶς συζητήσεις. Σὲ αὐτὴ τὴν προοπτικὴ ἐντάσσεται καὶ τὸ γεγονὸς τῆς Μεταμορφώσεως.
Λίγο πρὶν τὸ πάθος Του ὁ Κύριος κάλεσε τοὺς μαθητές Του καὶ τοὺς ρώτησε τί λέγει ὁ κόσμος γι’ Αὐτόν, ἀλλὰ καὶ τί πιστεύουν καὶ αὐτοὶ γιὰ Ἐκεῖνον. «Τίνα μὲ λέγουσιν οἱ ὄχλοι εἶναι; Οἱ δὲ ἀποκριθέντες εἶπον· Ἰωάννην τὸν Βαπτιστήν, ἄλλοι Ἠλίαν, ἄλλοι δὲ ὅτι προφήτης τις τῶν ἀρχαίων ἀνέστη. Εἶπε δὲ αὐτοῖς· ὑμεῖς δὲ τίνα μὲ λέγετε εἶναι;» (Λουκ. 9, 18-19). Ὁ ἐνθουσιώδης Πέτρος ἐξ’ ὀνόματος τῶν ἕντεκα ὁμολόγησε εὐθέως στὸν Χριστό: «Σὺ εἰ ὁ Χριστὸς ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος» (Ματθ. 16, 16). Αὐτὴ ἡ σωτήρια ὁμολογία χαροποίησε ἰδιαίτερα τὸν Κύριο, ὁ Ὁποῖος τοὺς διαβεβαίωσε πὼς πάνω σὲ αὐτὴ τὴν πίστη καὶ τὴν ὁμολογία γιὰ τὸ πρόσωπό Του θὰ οἰκοδομηθῇ ἡ Ἐκκλησία Του.
Ἕξι ἡμέρες μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸ γεγονὸς ὁ Χριστὸς θέλοντας νὰ στηρίξῃ ἔτι περισσότερο τὴν πίστη τους, ἐν ὄψει τοῦ πάθους Του καὶ τοῦ σταυρικοῦ Του θανάτου, πῆρε τοὺς τρεῖς πρόκριτους μαθητὲς Του Πέτρο, Ἰάκωβο καὶ Ἰωάννη καὶ ἀνέβηκαν σὲ κάποιο ὑψηλὸ βουνό, τὸ ὁποῖο ἡ χριστιανικὴ παράδοση ταυτίζει μὲ τὸ ὅρος Θαβώρ, ποὺ ὑψώνεται περήφανο πάνω ἀπὸ τὴν μαγευτικὴ πεδιάδα Ἐσδρελῶν, σὰν μιὰ τεράστια πυραμίδα, στὰ ὅρια τῆς χώρας Ζαβουλῶν καὶ Νεφθαλείμ. Ἡ ὥρα τῆς ἀναβάσεως ἦταν ἑσπέρα, πιθανότατα Σαββάτου, σύμφωνα μὲ τὴν περιγραφὴ τοῦ Εὐαγγελιστῆ Λουκᾶ (9,32). Ὅταν ἔφτασαν στὴν κορυφὴ ὁ Κύριος ἐνῷ προσεύχονταν μεταμορφώθηκε ἐνώπιον τῶν τριῶν μαθητῶν Του. Τὸ πρόσωπό Του ἔλαμψε ὡς ὁ ἥλιος καὶ τὰ ἐνδύματά Του ἔγιναν στιλπνὰ καὶ λευκὰ σὰν τὸ χιόνι (Μάρκ. 9, 3). Ταυτόχρονα περιβλήθηκε αἴγλη οὐράνιας ὑπερφυσικῆς λαμπρότητας, σὰν τὸ χιόνι, σὰν τὸ πιὸ λαμπρὸ φῶς ποὺ εἶχαν ἀντικρύσει ποτέ, σὰν τὴν πιὸ φωτεινὴ ἀστραπή.
Τὴν ἴδια στιγμή, ἄλλο παράδοξο καὶ θαυμαστὸ θέαμα εἶδαν τὰ μάτια τους. Δύο μεγάλες σεπτὲς μορφὲς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης φάνηκαν ἑκατέρωθεν τοῦ Ἰησοῦ, ὁ Μωϋσὴς καὶ ὁ Ἠλίας, «ὀφθέντες ἐν δόξῃ» (Λουκ. 9, 31). ὡς ἐκπρόσωποι τοῦ Νόμου καὶ τῶν Προφητῶν, νὰ συνομιλοῦν μὲ Αὐτὸν γιὰ τὰ μέλλοντα, ποὺ θὰ συνέβαιναν στὰ Ἱεροσόλυμα, ὅπου ἦταν ὁ τελικὸς προορισμὸς Του (Λουκ. 9, 31).
Οἱ μέγιστες αὐτὲς μορφὲς εἶχαν ἀποχωρήσει ἀπὸ τὸν κόσμο κατὰ τρόπον μυστηριώδη. Ὁ Μωυσῆς ἀπέθανε καὶ κανεὶς δὲν εἶδε τὸ θάνατό του, οὔτε τὸν τάφο του (Δευτ. 34, 6). Ὁ Ἠλίας δὲν γεύτηκε θάνατο, διότι ὁ Θεὸς τὸν μετέστησε μὲ πύρινο ἅρμα στὸν οὐρανὸ ζῶντα (Δ΄ Βασ. 2, 11). Τὸ ἴδιο μυστηριωδῶς ἐμφανίστηκαν καὶ πάλι στὸ ὅρος τῆς Μεταμορφώσεως. Σύμφωνα ἐπίσης μὲ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη οἱ δυὸ αὐτὲς μεγάλες προσωπικότητες εἶχαν τὴν ὕψιστη τιμὴ νὰ δοῦν τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ ἐνῷ ζοῦσαν. Ὁ Μωυσῆς στὸ ὅρος Σινᾶ «εἰσῆλθεν εἰς τὸν γνόφον, οὐ ἢν ὁ Θεὸς» (Ἐδοδ. 20, 21). Ὁ Ἠλίας εἶδε τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ στὴν «φωνὴν αὔρας λεπτῆς» (Γ΄ Βασιλ. 19, 12). Οἱ μαθητὲς ἔτρεφαν, ὡς πιστοὶ ἰσραηλῖτες μεγάλη ἐκτίμηση σέ αὐτούς, διότι ὁ Μωυσῆς ἦταν ὁ νομοθέτης τοῦ Ἰσραὴλ καὶ ὁ Ἠλίας ὁ μέγιστος τῶν προφητῶν. Τοὺς ἀνεγνώρισαν προφανῶς ἀπὸ τὸν διάλογό τους μὲ τὸν Κύριο.
Ὁ ἱερὸς Λουκᾶς μᾶς λέγει πὼς τὴν ὥρα ἐκείνη τῆς οὐράνιας φωτοχυσίας ὁ Πέτρος καὶ οἱ ἄλλοι δύο μαθητὲς «ἦσαν βεβαρημένοι ὕπνῳ· διαγρηγορήσαντες δὲ εἶδον τὴν δόξαν αὐτοῦ καὶ τοὺς δύο ἄνδρας τοὺς συνεστώτας αὐτῷ» (Λουκ. 9, 32). Τὸ παράδοξο θέαμα τοὺς συντάραξε κυριολεκτικά. Ἡ εὐτυχία ποὺ ἔνοιωθαν ἦταν ἀπερίγραπτη. Δὲν ἤθελαν μὲ κανένα τρόπο νὰ διαταραχθῇ ἐκείνη ἡ μακάρια κατάσταση. Γι’ αὐτὸ μόλις εἶδαν νὰ ἀποχωροῦν οἱ δυὸ ἀρχαῖοι ἄνδρες, ὁ Πέτρος παρακαλεῖ τὸν Ἰησοῦ νὰ μείνουν γιὰ πάντα ἐκεῖ! «Ἐπιστάτα, καλὸν ἐστιν ἡμᾶς ὦδε εἶναι· καὶ ποιήσωμεν σκηνὰς τρεῖς, μίαν σοι καὶ μίαν Μωυσεὶ καὶ μιὰν Ἠλία» (Λουκ. 9, 33). Εἶναι χαρακτηριστικὸ τὸ γεγονὸς πὼς γιὰ τοὺς ἑαυτούς τους δὲν ζητοῦν κατάλυμα, ἀλλὰ τοὺς ἀρκεῖ ἡ συγκλονιστικὴ κατάσταση ποὺ βίωναν. Ὅμως συνεχίζει ὁ ἱερὸς εὐαγγελιστὴς «μὴ εἰδὼς ὁ λέγει», συνεπαρμένος ἀπὸ τὴν θεία ἡδονὴ δὲν ἤξερε τί ἔλεγε. Ξαφνικά, ἐνῷ ἔλεγαν αὐτά, συνέβη καὶ ἄλλο παράδοξο φαινόμενο. «Ἐγένετο νεφέλη καὶ ἐπεσκίασεν αὐτοὺς· ἐφοβήθησαν δὲ ἐν τῷ ἐκείνους εἰσελθεῖν εἰς τὴν νεφέλην· καὶ φωνὴ ἐγένετο ἐκ τῆς νεφέλης λέγουσα· οὗτος ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητὸς· αὐτοῦ ἀκούετε» (Λουκ. 9, 35). Ὁ Θεὸς Πατέρας ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἐπιβεβαίωνε γιὰ μία ἀκόμα φορά, τὴν θεία υἱοθεσία! Ἡ οὐράνια φωνὴ ποὺ ἀκούστηκε μέσα ἀπὸ τὴν φωτεινὴ νεφέλη προξένησε τέτοιο φόβο στοὺς μαθητές, ὥστε αὐτοὶ ἔπεσαν πρηνεῖς στὴν βουνίσια χλόη καὶ δὲν μποροῦσαν νὰ σηκώσουν τὸ κεφάλι ἀπὸ τὴ γῆ.
«Ἐν τῷ γενέσθαι τὴν φωνὴν εὑρέθη ὁ Ἰησοῦς μόνος, καὶ αὐτοὶ ἐσίγησαν» (Λουκ. 9, 36). Ἡ παράδοξη ὀπτασία εἶχε λήξει, ἡ φωτεινὴ νεφέλη εἶχε διαλυθεῖ καὶ οἱ οὐράνιοι ἐπισκέπτες εἶχαν ἐξαφανιστεῖ. Ὁ Χριστὸς ἐνδεδυμένος πλέον τὴν συνήθη μορφή Του, ἐνθαρρύνοντας τοὺς σαστισμένους καὶ φοβισμένους μαθητές Του τοὺς εἶπε: «Ἐγέρθητε καὶ μὴ φοβεῖσθε» (Ματθ. 17, 8).
Ἐν τῷ μεταξὺ εἶχε περάσει καὶ ἡ νύκτα καὶ οἱ πρῶτες ἀκτῖνες τοῦ ἡλίου ἔκαμαν τὴν ἐμφάνισή τους στὸ ὅρος τῆς Μεταμορφώσεως. Τίποτε δὲν θύμιζε πιὰ τὴν συγκλονιστικὴ νύχτα καὶ μόνο οἱ ψυχὲς τῶν μαθητῶν ἦταν πλημμυρισμένες ἀπὸ θαυμασμὸ καὶ θεία ἔκσταση. Ἐνῷ κατηφόριζαν τὸ δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς ὁ Χριστὸς τοὺς παρακάλεσε νὰ μὴν ἀναφέρουν σὲ κανέναν τὸ γεγονός, «ἕως οὐ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ» (Ματθ. 17, 9, Μάρκ. 9, 9). Κοινοποίηση τοῦ γεγονότος στὸν εὐρύτερο κύκλο τῶν μαθητῶν θὰ προκαλοῦσε σύγχυση διότι δὲν ἦταν ἀκόμη ἱκανοὶ νὰ κατανοήσουν τὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ. Πολλῷ δὲ μᾶλλον στὸν ἀμαθῆ ὄχλο, διότι θὰ προκαλοῦσε ἄκαιρους ἐνθουσιασμοὺς καὶ θὰ ἔβλαπτε τὸ ὑπόλοιπο ἔργο Του.
Οἱ τρεῖς μαθητὲς πράγματι διαφύλαξαν τὴν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου, μόνο ποὺ τοὺς βασάνιζε τὸ ἐρώτημα: «τί ἔστι τὸ ἐκ νεκρῶν ἀναστῆναι» (Μάρκ. 9, 10). Δὲν μποροῦσαν νὰ καταλάβουν τὴν ἀνάσταση τοῦ Δασκάλου τους, ἀφοῦ εἶχαν τὴν ἐσφαλμένη ἀντίληψη ὅτι «ὁ Χριστὸς μένει εἰς τὸν αἰῶνα» (Ἰωάν. 12, 3) ὡς ὁ κραταιὸς ἐγκόσμιος βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ. Ἐπίσης τοὺς προβλημάτιζε τὸ γεγονὸς τῆς ἐμφανίσεως τοῦ Ἠλία, διότι γνώριζαν πὼς ἡ δεύτερη ἐμφάνισή του στὸν κόσμο σημαίνει τὴν ἔλευση τοῦ Μεσσία καὶ τὴν ἀρχὴ τῆς βασιλείας του (Μαλαχ. 4, 5). Ἀναρωτιόνταν, γιατί νὰ μὴν κηρύξουν τὰ καλὰ νέα τῆς ἐλεύσεως τοῦ Μεσσία καὶ τῆς βασιλείας του; Δὲν ἄντεξαν καὶ ρώτησαν τὸν Κύριο: «τί οὗν οἱ Γραμματεῖς λέγουσιν, ὅτι Ἠλίαν δεῖ ἐλθεῖν πρῶτον;» (Ματθ. 17, 10). Ὁ Χριστὸς τοὺς ἀπάντησε πὼς ὁ Ἠλίας πράγματι ἤδη ἦλθε, ἀλλὰ οἱ Γραμματεῖς δὲν τὸν ἀνεγνώρισαν καὶ τὸν κακοποίησαν, ὅπως θὰ κακοποιήσουν καὶ τὸν Υἱὸ τοῦ Ἀνθρώπου. Οἱ μαθητὲς κατάλαβαν ὅτι τελικὰ μιλοῦσε γιὰ τὸν Ἰωάννη τὸν Βαπτιστή, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε ὅμοιος στὸ θάρρος καὶ στὴν πίστη μὲ τὸν μεγάλο προφήτη.
Μετὰ τὴν Ἀνάσταση οἱ τρεῖς μαθητὲς κατανόησαν τὸ μεγάλο γεγονὸς τῆς θείας Μεταμορφώσεως, ὅταν εἶδαν ξανὰ τὸν Κύριο δοξασμένο. Διηγήθηκαν στοὺς ὑπόλοιπους ἀποστόλους τὴν φοβερὴ ὀπτασία. Οἱ δύο μάλιστα ἀπὸ αὐτούς κατέγραψαν στὶς ἐπιστολές τους τὴν συγκλονιστικὴ ἐμπειρία τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου. Ὁ ἀπόστολος Πέτρος στὴν Β΄ Καθολικὴ Ἐπιστολή του ἔγραψε τὰ ἑξῆς: «Ἐγνωρίσαμεν ὑμῖν τὴν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ δύναμιν καὶ παρουσίαν... ἐπόπται γενηθέντες τῆς ἐκείνου μεγαλειότητος, λαβῶν γὰρ παρὰ Θεοῦ Πατρὸς τιμὴν καὶ δόξαν φωνῆς ἐνεχθείσης αὐτῷ τοιάδε ὑπὸ τῆς μεγαλοπρεποῦς δόξης, οὗτος ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, εἰς ὃν ἐγὼ εὐδόκησα· καὶ ταύτην τὴν φωνὴν ἡμεῖς ἠκούσαμεν ἐξ ουρανοῦ ἐνεχθεῖσαν, σὺν αὐτῷ ὄντες ἐν τῷ ὄρει τῷ ἁγίῳ» (Β΄ Πετρ. 1, 16-19). Ὁ ἀπόστολος Ἰωάννης στὴν ἀρχὴ τοῦ εὐαγγελίου του ἀναφέρει ὅτι «ἐθεασάμεθα τὴν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρὰ πατρός, πλήρης χάριτος καὶ ἀληθείας» (Ἰωάν. 1, 14), ἀναφερόμενος προφανῶς στὸ γεγονὸς τῆς θείας Μεταμορφώσεως. Ἐπίσης στὴν Α΄ Καθολικὴ Ἐπιστολή του ὑπαινίσσεται τὴν ἐμπειρία τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου γράφοντας ὅτι «αὕτη ἐστὶν ἡ ἐπαγγελία ἢν ἀκηκόαμεν ἀπ αὐτοῦ καὶ ἀναγγέλλομεν ὑμῖν, ὅτι ὁ Θεὸς φῶς ἐστι» (A΄ Ἰωάν. 1, 5).
ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΓΕΓΟΝΟΤΟΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ
Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, τὸ «ἀπαύγασμα τῆς δόξης καὶ χαρακτὴρ τῆς ὑποστάσεως αὐτοῦ, φέρων τε τὰ πάντα τῷ ρήματι τῆς δυνάμεως αὐτοῦ» (Ἑβρ. 1, 3). Ὁ αἰώνιος καὶ ἄναρχος Θεός, ὁ «ἥν ἐν ἀρχῇ πρὸς τὸν Θεὸν» καὶ «Πάντα δι’ αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ χωρὶς αὐτοῦ ἐγένετο οὐδὲ ἐν ὁ γέγονεν» (Ἰωάν. 1, 2-3).
Αὐτὸς χάριν τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρωπίνου γένους «σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν» (Ἰωάν. 1, 14). Ἔγινε, συνάμα μὲ τὴ θεία Του φύση, ἀληθινὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος, δηλαδὴ Θεάνθρωπος, γιὰ νὰ εἶναι σύμφωνα μὲ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, ἡ σωτηρία μας πραγματικὴ καὶ βεβαία. Ταπείνωσε τόσο πολὺ τὸ θεανδρικὸ Του πρόσωπο, ὥστε ἦρθε στὸν κόσμο ὡς ἕνας ἄσημος ἄνθρωπος. Τὸ ἴδιο ἄσημος ἔζησε σὲ ὁλόκληρη τὴν ἐπὶ γῆς ζωή Του. Καταδέχτηκε καὶ βίωσε τὴν ἀνθρώπινη κακοδαιμονία στὸ ἔπακρο.
Ὅταν ἄρχισε τὸν δημόσιο βίο Του κάλεσε μὲ ἁπλότητα τοὺς συνεργάτες Του ἀποστόλους, γιὰ νὰ τὸν πλαισιώσουν στὸ ἔργο τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου. Τὸ ἴδιο ἄσημοι ὑπῆρξαν καὶ αὐτοί. Ὅλοι τους ἦταν ὀλιγογράμματοι ψαρᾶδες τῆς Γενησαρέτ. Οἱ ἰσχυροὶ καὶ οἱ σοφοὶ τοῦ κόσμου ἦταν γεμᾶτοι μὲ ἔπαρση καὶ ἄρα ἀκατάλληλοι νὰ συμβάλλουν στὸ ἔργο τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου.
Οἱ μαθητὲς τοῦ Κυρίου δὲν ἦταν ἀπαλλαγμένοι ἀπὸ τὴν ἰδιότυπη ἐθνικιστικὴ πίστη τῶν ὑπολοίπων Ἰουδαίων γιὰ τὸν Μεσσία. Τὸν περίμεναν ὡς ἕναν ἐθνικὸ κραταιὸ ἡγέτη, προικισμένο μὲ ὑπερφυσικὲς ἰδιότητες, ὁ ὁποῖος θὰ ἀνάσταινε τὸν ἔνδοξο θρόνο τοῦ Δαβὶδ καὶ θὰ ἐγκαθιστοῦσε παγκόσμιο βασίλειο μὲ συγκυβερνῆτες τὸν «περιούσιο λαό»! Αὐτὸ ἦταν καὶ τὸ μεγαλύτερο σκάνδαλο τοῦ Χριστοῦ ἀπέναντι στὸ ἰουδαϊκὸ ἔθνος!
Μέσα στὰ ἱερὰ Εὐαγγέλια ἔχουμε σαφεῖς μαρτυρίες καὶ ἐκδηλώσεις τῶν μαθητῶν αὐτῆς τῆς περίεργης πίστεως. Τρανταχτὸ παράδειγμα ἡ περίπτωση τῶν υἱῶν Ζεβεδαίου, οἱ ὁποῖοι λίγο πρὶν τὸ πάθος τοῦ Ἰησοῦ τοῦ ζητοῦσαν πρωτοκαθεδρίες στὴν μελλοντικὴ βασιλεία Του (Ματθ. 20, 17-28). Ἐπίσης ἀκόμα καὶ μετὰ τὴν ἀνάσταση τὸ σύνολο τῶν μαθητῶν «συνελθόντες ἐπηρώτων αὐτὸν λέγοντες· Κύριε, εἰ ἐν τῷ χρόνῳ τούτῳ ἀποκαθιστάνεις τὴν βασιλείαν τῷ Ἰσραήλ;» (Πράξ. 1, 6). Ὁ Κύριος δὲν παρέλειπε σὲ κάθε περίπτωση νὰ τοὺς δώσῃ νά καταλάβουν ὅτι σφάλλουν καὶ πὼς ὁ ἴδιος δὲν ἦρθε στὸν κόσμο, νὰ κυριαρχήσῃ, οὔτε νὰ διακονηθῇ ἀλλὰ «διακονῆσαι καὶ δοῦναι τὴν ψυχὴ Του λύτρον ἀντὶ πολλῶν» (Ματθ. 20, 28).
Τὸ σπουδαιότερο γεγονός, τὸ ὁποῖο ἀνέτρεψε τὴν λαθεμένη ἀντίληψη τῶν κορυφαίων μαθητῶν γιὰ τὸ Χριστὸ καὶ τὸ ἔργο Του ὑπῆρξε ἡ θεία Μεταμόρφωση. Εἶναι ἀσφαλῶς μιὰ προσπάθεια νὰ ἀπαγκιστρωθοῦν, τοὐλάχιστον οἱ κορυφαῖοι ἀπόστολοι, ἀπὸ τὶς παχυλὲς μικροεθνικιστικὲς ἀντιλήψεις, νὰ μυηθοῦν στὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ γίνουν μάρτυρες τῆς θείας δόξας. Μόνο χάρη σὲ αὐτὴ τὴν συγκλονιστικὴ ἐμπειρία θὰ μποροῦσαν νὰ ἀντιμετωπίσουν τὴ μεγάλη δοκιμασία καὶ τὸ σκάνδαλο τοῦ σταυροῦ. Μόνο ἔτσι δὲν θὰ λύγιζαν μπροστὰ στὸ πάθος καὶ τὸν θάνατο τοῦ Χριστοῦ. Μόνο ἔτσι θὰ μποροῦσαν νὰ πιστέψουν στὴν ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, διότι Ἐκεῖνος ποὺ μεταμορφώθηκε μπροστά τους καὶ περιβλήθηκε τὴν θεία δόξα θὰ μποροῦσε νὰ ἀναστηθῇ ἀπὸ τοὺς νεκρούς!
Τὸ λαμπρὸ γεγονὸς τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου μας ἔχει ἐπίσης καὶ ἄλλες σπουδαῖες διδακτικὲς παραμέτρους. Οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας ἄντλησαν ἀπὸ αὐτὸ σπουδαῖες ἀλήθειες τῆς χριστιανικῆς μας πίστεως. Ἡ Ὀρθόδοξη θεολογία μᾶς ἔχει ἀφιερώσει ὁλόκληρα κεφάλαια στὸ μεγάλο καὶ θαυμαστὸ αὐτὸ γεγονὸς καὶ ἀντλεῖ θεμελιώδεις ἀλήθειες ἀπὸ αὐτό.
Ἡ προσωπικὴ μεταμόρφωση τοῦ Θεανθρώπου Κυρίου μας, ἀποτελεῖ τὸν προάγγελο καὶ τῆς δικῆς μας μεταμορφώσεως. Αὐτό μᾶς τὸ βεβαιώνει ὁ ἀληθὴς λόγος τοῦ Κυρίου μας: «ἡμεῖς δὲ οἱ πάντες ἀνακεκαλυμμένῳ προσώπῳ τὴν δόξαν Κυρίου κατοπτριζόμενοι τὴν αὐτὴν εἰκόνα μεταμορφούμεθα ἀπὸ δόξης εἰς δόξαν, καθάπερ ἀπὸ Κυρίου Πνεύματος» (Β΄ Κορ. 3, 18). Ὅλοι οἱ πιστοὶ τοῦ Χριστοῦ, ὡς «συμμόρφους τῆς εἰκόνος» τοῦ Θεοῦ» (Ρωμ. 8, 29), θὰ μεταμορφωθοῦμε καὶ ἐμεῖς καὶ θὰ συνδοξασθοῦμε μὲ Αὐτόν. Τόσο μεγάλο εἶναι τὸ μέγεθος τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ, Ὁποῖος τόσο πολὺ μᾶς ἀγαπᾶ, ὥστε θέλει νὰ μᾶς χαρίσῃ μέρος τῆς δικῆς Του δόξας!
Τὰ ἱερὰ Εὐαγγέλια ἀναφέρουν πὼς μαζὶ μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου μεταμορφώθηκαν καὶ τὰ ἐνδύματά Του καὶ ἔγιναν «στίλβοντα, λευκὰ λίαν ὡς χιών, οἰα γναφεὺς ἐπὶ τῆς γῆς οὐ δύναται οὕτω λευκᾶναι» (Μάρκ. 9, 3). Αὐτὸ σημαίνει πὼς μαζὶ μὲ μᾶς τοὺς υἱοὺς τοῦ Θεοῦ (Ρωμ. 8, 14) θὰ μεταμορφωθῇ καὶ ὁλόκληρη ἡ δημιουργία. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος τονίζει σαφέστατα τὴν μελλοντική της μεταμόρφωση. «Καὶ αὐτὴ ἡ κτίσις ἐλευθερωθήσεται ἀπὸ τῆς δουλείας τῆς φθορᾶς εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῆς δόξης τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ» (Ρωμ. 8, 21). Ἡ ἱερὰ Ἀποκάλυψη, τὸ εὐαγγέλιο τοῦ τελικοῦ θριάμβου τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁμιλεῖ γιὰ τὴν ἐσχατολογικὴ δημιουργία καινούριου οὐρανοῦ καὶ καινούριας γῆς, διότι ὁ «πρῶτος οὐρανὸς καὶ ἡ πρώτη γῆ ἀπῆλθον» (Ἀποκ. 21, 1). Ἡ παράδοξη ἐμφάνιση τοῦ Μωυσῆ καὶ τοῦ Ἠλία κατὰ τὴν μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου ἐπιβεβαιώνει περίτρανα τὴν χριστιανικὴ πίστη στὴν μετὰ θάνατον ζωή. Ὁ Μωυσῆς εἶχε ζήσει περισσότερα ἀπὸ χίλια τριακόσια χρόνια πρὶν ἀπὸ τὴν γέννηση τοῦ Κυρίου καὶ ὁ Ἠλίας πάνω ἀπὸ ὀκτακόσια. Καὶ ὅμως ἐμφανίστηκαν ζωντανοὶ μπροστὰ στοὺς ἔντρομους καὶ δύσπιστους μαθητὲς «συλλαλοῦντες τῷ Ἰησοῦ» (Μάρκ. 9, 4). Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἶχε πεῖ πὼς ὁ Θεὸς «οὐκ ἐστίν ὁ Θεὸς Θεὸς νεκρῶν, ἀλλὰ ζώντων» (Ματθ. 22, 33). Μὲ τὴν ζωοφόρο ἀνάστασή Του ἔγινε «πρωτότοκος ἐκ τῶν νεκρῶν» (Κολ. 1, 18, Ἀποκ. 1, 5), ἀπαρχὴ τῆς ἀναστάσεως ὅλων τῶν πιστῶν σὲ Αὐτὸν ἀνθρώπων, καθότι «δεῖ τὸ φθαρτὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀφθαρσίαν καὶ τὸ θνητὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀθανασίαν... κατεπόθη ὁ θάνατος εἰς νῖκος» (Α΄ Κορ. 15, 54). Αὐτὴ εἶναι ἡ πιὸ χαροποιὸς καὶ ἐλπιδοφόρα πίστη τῆς ἀνθρωπότητας!
Γιὰ τὴν ὀρθόδοξη πνευματικότητα ἡ Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου ἔχει ἰδιάζουσα σημασία. Στὰ βυζαντινὰ χρόνια τέθηκε ὡς πρόκληση ἀπὸ τὴν δυτικὴ αἱρετικὴ σχολαστικὴ θεολογία κατὰ πόσον μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ προσεγγίσῃ καὶ νὰ βιώσῃ τὴν θεία δόξα. Οἱ αἱρετικοὶ δυτικοὶ ὑποστήριζαν πὼς ἡ δόξα καὶ τὸ φῶς τῆς Μεταμορφώσεως ἦταν κτιστὸ φυσικὸ φῶς, μετεωρολογικὸ φαινόμενο, διότι ἐντελῶς αὐθαίρετα ταύτιζαν τὴν οὐσία μὲ τὶς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ. Ἀντίθετα οἱ ὀρθόδοξοι Πατέρες μὲ προεξάρχοντα τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ (1296-1359) στηριζόμενοι στὴν ἁγία Γραφὴ καὶ τὴν παράδοση τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας ἔκαμαν τὴν διάκριση μεταξὺ οὐσίας καὶ ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ καὶ ἀποφάνθηκαν πὼς τὸ φῶς καὶ ἡ δόξα τῆς θείας Μεταμορφώσεως ἦταν φανέρωση τοῦ ἀκτίστου θείου φωτὸς καὶ τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν δικό του προσωπικὸ ἀγῶνα νὰ φτάσῃ νὰ δεῖ καὶ νὰ γίνῃ μέτοχος αὐτοῦ τοῦ ἀκτίστου φωτὸς καὶ τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπὸ αὐτὴ τὴ ζωή. Πρόκειται γιὰ τὸ γνωστὸ πνευματικὸ κίνημα τοῦ Ἡσυχασμοῦ, τὸ ὁποῖο μεσουράνησε τὸν 14ο αἰῶνα καὶ τὸ ὁποῖο συντέλεσε στὴν ἀποκρυστάλλωση τοῦ ὀρθοδόξου δόγματος καὶ τὴν ἀνάπτυξη περαιτέρω τῆς πνευματικότητας.
Γιὰ τὸν ὀρθόδοξο πιστὸ ὁ Θεὸς εἶναι «ψηλαφητὸς» διὰ τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν Του, διότι γινόμενος ἀποδέκτης καὶ μέτοχός των βιώνει ὀντολογικὰ τὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ. Δὲ χρειάζεται λογικὲς ἀποδείξεις γιὰ τὴν ὕπαρξή Του ἐπειδὴ ὁ ἐσωτερικός του κόσμος εἶναι πλημμυρισμένος ἀπὸ τὶς ἄκτιστες θεῖες ἐνέργειες, οἱ ὁποῖες τοῦ δημιουργοῦν μιὰ ἀπίστευτη πνευματικὴ πληρότητα. Τοῦ εἶναι τόσο οἰκεῖος ὁ Θεός, ὅσο οἱ φυσικοὶ συγγενεῖς του! Μόνο στὴν ὀρθόδοξη πρακτικὴ ὁ Θεὸς χαρακτηρίζεται ὡς πατέρας μὲ τὴ βιβλικὴ καὶ χριστιανικὴ ἔννοια, ἀπαλλαγμένη ἀπὸ κάθε εἴδους συμβολισμῶν καὶ εἰκόνων. Γιὰ τὸν ὀρθόδοξο πιστὸ ὁ Θεὸς εἶναι ὁ στενὸς συγγενής του, τὸ δικό του ἀγαπητὸ πρόσωπο ποὺ μπορεῖ νὰ τὸ ἐμπιστευτῇ καὶ νὰ τοῦ ἀναθέσῃ τὴ ζωή του, χωρὶς νὰ αἴρεται ἡ ἀπὸ μέρους του συναίσθηση τῆς ὑπέρτατης διαφορᾶς μὲ τὸ Δημιουργό του. Αὐτὸ βεβαιώνεται ξεκάθαρα στὸ γεγονὸς τῆς θείας Μεταμορφώσεως. Οἱ δύο προφῆτες καὶ οἱ τρεῖς ἀπόστολοι στὸ Θαβώριο ὅρος μετέχοντες τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ μεταμορφωθέντος Κυρίου, αἰσθάνονταν ἰδιαίτερα οἰκεῖοι μὲ Ἐκεῖνον καὶ ταυτόχρονα ἀναγνώριζαν τὴ διαφορετική τους φύση.
Ἡ αἱρετικὴ σχολαστικὴ δυτικὴ διδασκαλία περὶ ταυτίσεως τῆς οὐσίας καὶ τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ συσσώρευσε ἀνυπέρβλητα προβλήματα στὶς σχέσεις τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ Θεό. Τὸ φῶς τῆς θείας Μεταμορφώσεως ἐκλαμβάνεται ὡς φυσικὸ κτιστὸ φῶς, ὅπως κτιστὲς ἐκλαμβάνονται καὶ ὅλες οἱ ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν κόσμο. Αὐτὸ πρακτικὰ σημαίνει πὼς ὁ ἄνθρωπος δὲ μετέχει τοῦ Θεοῦ σὲ καμιὰ περίπτωση καὶ ἄρα εἶναι ὁλότελα ξένος Αὐτοῦ. Ἡ μόνη «μετοχὴ» τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ Θεὸ εἶναι ἡ διὰ τοῦ νοῦ ἀναζήτησή Του. Αὐτὸ ὑπῆρξε ἡ ἀφετηρία ὅλων τῶν συγχρόνων κακοδοξιῶν κατὰ τῆς ὀρθῆς πίστεως τοῦ Θεοῦ. Οἱ τερατώδεις παπικὲς καὶ προτεσταντικὲς περὶ Θεοῦ ἀντιλήψεις δημιούργησαν ἕνα ἀπίθανο ψηφιδωτὸ ἀπαράδεκτων νοητικῶν εἰκόνων Του. Αὐτὸ ὅπως εἶναι γνωστό, ὁδήγησε στὴν ἄρνηση τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ καὶ ἀκόμη στὴ φρικτὴ δογματικὴ θεώρηση τοῦ «θανάτου τοῦ Θεοῦ», ἀπὸ τὸν παράφρονα ἐκπρόσωπο τῆς εὐρωπαϊκῆς διανόησης Νίτσε!
Τὸ γεγονὸς τῆς θείας Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου πρέπει νὰ καταυγάζῃ τὴν ψυχή μας κάθε στιγμὴ τῆς ζωῆς μας. Εἶναι ἀνάγκη νὰ συνειδητοποιήσουμε ὅτι ὁ φιλάνθρωπος Θεός μας, ἐξ αἰτίας τῆς ἄμετρης ἀγάπης Του γιά μᾶς, μᾶς δίνει τὸ ὕψιστο δικαίωμα νὰ μετέχουμε καὶ αὐτῆς τῆς ἴδιας τῆς δόξας Του, διότι ἐμεῖς οἱ πιστοὶ χριστιανοὶ δὲν εἴμαστε ὀπαδοὶ θρησκείας, ὅπως οἱ ὀπαδοὶ ἄλλων θρησκειῶν, ἀλλὰ υἱοθετημένα παιδιὰ τοῦ Θεοῦ, μέτοχοι τῆς θείας μακαριότητάς Του! Αὐτὴ τὴν μεγάλη τιμὴ δὲ θὰ τὴ συναντήσουμε σὲ καμιὰ ἄλλη πίστη. Γι’ αὐτὸ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀπαγκιστρωθοῦμε ἀπὸ τὰ σκύβαλα τοῦ κόσμου (Φιλιπ. 3, 8), νὰ παραδώσουμε τὸν ἑαυτό μας στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἔχουμε ὁδηγὸ στὴ ζωῆς μας τὸν αἰώνιο νόμο Του. Τότε τὸ ἄκτιστο Θαβώρειο φῶς θὰ καταυγάζῃ πλέρια τὴν ψυχή μας, καθ’ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ἀκανθώδους ἐπὶ γῆς πορείας μας καὶ θὰ μᾶς ὁδηγῇ ἀσφαλῶς στὴν σωτηρία, στὴν αἰώνια ζωὴ καὶ στὴ θέωση!
__________________________________
Πολυτονισμὸς ΕΘΝΕΓΕΡΣΙΣ


