Ἀριστείδης Δασκαλάκης: Τίποτα δέν πῆγε στράφι
Γράφει ὁ Ἀριστείδης Δασκαλάκης
Πρόσφατα βιώσαμε μιὰ βιβλικὴ καταστροφὴ ἑνὸς ζωτικότατου χώρου τῆς πατρίδας μας.
Πνεύμονας οἰκονομικός, ὁ Θεσσαλικὸς κάμπος, κατέρρευσε. Μιὰ κατάρρευση ποὺ προδιαγράφει σωρευτικά, στὶς πρότερες καταστροφὲς (μνημόνια, πυρκαγιές, πανδημίες κ.α.), περαιτέρω δυστοκία στὴ ζωή μας. Ἀκρίβεια ζωῆς, περιβαλλοντικὲς ἐπιδράσεις, περιορισμοὺς καὶ πολλὰ ἄλλα.
Πρὶν κάτι χρόνια, ποιός μποροῦσε νὰ φανταστῇ τὰ ἐπερχόμενα. Μπορεῖ νὰ ζοῦσες μὲς στὶς δυσκολίες, νὰ εἶχες δοκιμασίες ἀλλὰ δὲν τολμοῦσες νὰ διανοηθῇς τί ἔρχεται.
Κι ἐκεῖ ποὺ καταγινόσουν μὲ τὰ ἰδιωτικά σου προβλήματα, ἔρχεται μιὰ καταστροφὴ γενικευμένη, ποὺ «τὰ μεγάλα σου» τὰ θέματα τὰ ἐξαφανίζει. Τὰ κάνει νὰ φαίνονται τόσο μικρὰ στὸ χθές, ποὺ στὸ αὔριο τὰ ἀναπολεῖς. Σοῦ λείπουν. Ἢ μᾶλλον, σοῦ λείπει ἡ κατάσταση ἐκείνη ποὺ πίστευες, ὅτι κάθε τί παλεύεται. Παρ᾿ ὅτι τότε δὲν τὸ πολυπίστευες.
Καὶ αὐτὸ ποὺ τότε ἔμοιαζε ἀνυπέρβλητο, φαντάζει τώρα μηδαμινὸ μπρὸς στὴν καταστροφὴ καὶ τὸν ὄλεθρο.
Τότε ρωτοῦσες γιατί. Γιατί σὲ μένα Θεέ μου. Μετακύλιες τὴν εὐθύνη σὲ Αὐτόν. Τοῦ προσέδιδες κίνητρα ἐκδικητικά, τιμωρητικά.
Τώρα, ἂν δὲν ἀνήκεις σὲ αὐτοὺς ποὺ ἐν μιὰ νυκτὶ ἀπὸ νοικοκύρηδες ἔμειναν ἄστεγοι, μὲ μόνη περιουσία τὰ λασπωμένα ροῦχα καὶ τὰ τρύπια παπούτσια, ἢ σὲ αὐτοὺς ποὺ τὸ βιός τους ἔγινε στάχτη, μπορεῖς νὰ συνεχίσεις νὰ ρωτᾶς ΓΙΑΤΙ;
Γιατί ὄχι καὶ σὲ ἐμένα Θεέ μου;
Ἤμουν λιγότερο ἁμαρτωλός; Εὐλαβέστερος; Πιὸ πιστός; Καὶ τιμώρησες τοὺς χειρότερους;
Ἢ μήπως ἤμουν τόσο ἀδύναμος καὶ ἀσθενὴς πνευματικά, ποὺ δὲν θὰ ἄντεχα τέτοιο ὄλεθρο. Θὰ ὁδηγούμην μαθηματικὰ στὴν πτώση καὶ στὴν ἀπώλεια. Κι ἔβρεξες τὴν ὀργή σου, παραχώρησες τὴν παιδαγωγία τοῦ ἔθνους, στοὺς πιὸ ρωμαλέους πνευματικά; Σὲ αὐτοὺς ποὺ ἴσως μπόρεσαν νὰ σηκώσουν τὸ Σταυρὸ τῆς πατρίδας στὴν πλάτη τους;
Ποιός μπορεῖ Κύριε νὰ ἀπαντήση σὲ αὐτό; Δύσκολος ἀλγόριθμος. Ἀκόμα καὶ γιὰ τοὺς πιὸ δυνατοὺς λύτες.
Ἐσὺ Κύριε γνωρίζεις,κι ἔχεις ἀπάντηση σὲ ὅλα. Σὲ κάθε ΓΙΑΤΙ, ποὺ σκοπεύει νὰ μυκτηρίσει κάθε παραχώρηση καὶ κάθε παιδαγωγία.
Δυστυχία ποὺ μετουσιώνεται σὲ ὕβρη ἢ στὴν καλύτερη περίπτωση σὲ ἕνα Κύριε Ἐλέησον.
Δὲν χωρᾶ μὲς στὴν τρυγημένη ἀπὸ πόνο καρδιά, ἕνα Δόξα Σοι ὁ Θεός. Δόξα τῷ Θεῷ Κύριε γιὰ ὅλες τὶς δωρεὲς ποὺ γνωρίζω. Δόξα τῷ Θεῷ καὶ γι' αὐτὲς ποὺ δὲν γνωρίζω.
Καὶ ἰδιαιτέρως γιὰ αὐτὲς τὶς δωρεές, τὶς πιὸ μυστικές, τὶς καλὰ καμουφλαρισμένες μὲ τὸν μανδύα τῆς δοκιμασίας. Ὅσο ἀσήκωτη κι ἂν φαίνεται. Ὅσο ἀβάσταχτη κι ἂν φαντάζει.
Τί νὰ πεῖς στὸ βοσκὸ ποὺ ἔχασε τὰ πρόβατα. Στὸν ἡλικιωμένο ποὺ ἔμεινε χωρὶς σπίτι. Πῶς νὰ παρηγορήσεις τὴ μάνα ποὺ ἔχασε τὸ παιδί της.
Δὲν μένει παρὰ μόνο μιὰ ματιὰ στὴν ἄλλη μάνα. Αὐτήν, ποὺ κάτω ἀπ᾿ τὸ Σταυρὸ βιώνει τὴ μεγαλύτερη καὶ ἀνυπέρβλητη ἀδικία στὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας. Νὰ ἀντικρύζει πάνω στὸ ξύλο, τὸ αἰματωβαμμένο Ἀρνίο, τὸν χλευαζόμενο Κύριο, τὸν υἱὸ καὶ Θεό της, διψασμένο, μαστιγωμένο, καρφωμένο καὶ δαρμένο, τὸν ἀθῶο τῶν αἰώνων, τὸν ἅγιο καὶ ἄχρονο Θεό.
Δὲς αὐτὴ τὴ μάνα καὶ ἤλπισε. Τὸ δάκρυ ποὺ πότισε τὴ γῆ, δὲν πῆγε χαμένο. Στὸ ξύλο τῆς ἁμαρτίας ὅταν κατέβασαν τὸ πανάχραντο λείψανο, βρῆκαν ἕνα χαρτὶ καρφωμένο. Ἕνα χρεόγραφο.
Κάτι πληρώθηκε. Κάτι χαρίστηκε ἐκεῖ πάνω στὸ Σταυρό. Εἶναι τὸ χρεόγραφο τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ ἀνθρώπου. Τὰ ἐξαγόρασε ὁ «νεκρός». Ὁ αἰώνια ζωντανός. Ὁ ζωοδότης καὶ δημιουργός. Τίποτα δὲν πῆγε στράφι. Ὅλα εἶχαν τὸν σκοπό τους. Καλοσχεδιασμένα κι ἐκτελεσμένα, ἀπ᾿ τὸν ἄριστο χειρουργὸ τῆς ἀνθρωπότητας.
Καὶ τώρα ἐνεργεῖ χειρουργικὴ ἐπέμβαση πάλι.Τίποτα δὲν θὰ πάει στράφι. Καὶ αὐτὸς ποὺ σήμερα κατηγορεῖ τὸν Μέγα Δικαστή, αὔριο θὰ τὸν ὑμνῇ. Τώρα δὲν γνωρίζει. Αὔριο θὰ καταλάβῃ. Θὰ τὸν εὐχαριστῇ καὶ γιὰ τὶς δωρεὲς ποὺ κάποτε δὲν διέκρινε, ἀλλὰ τώρα πιὰ γνωρίζει.
«Κύριε σὲ εὐχαριστοῦμε ὑπὲρ πάντων ὧν ἴσμεν καὶ ὧν οὐκ ἴσμεν»
______________________________________
Πολυτονισμὸς ΕΘΝΕΓΕΡΣΙΣ


