ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ - ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 28 ΜΑΡΤΙΟΥ 2025
Δ' Χαιρετισμοί
Ακάθιστος Ύμνος - Δ' Στάσις
Τεῖχος εἶ τῶν παρθένων,
Θεοτόκε Παρθένε,
καὶ πάντων τῶν εἰς σὲ προστρεχόντων.
Ὁ γὰρ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς,
κατεσκεύασέ σε ποιητής, Ἄχραντε,
οἰκήσας ἐν τῇ μήτρα σου,
καὶ πάντας σοι προσφωνεῖν διδάξας·
Χαῖρε, ἡ στήλη τῆς παρθενίας,
χαῖρε, ἡ πύλη τῆς σωτήριας.
Χαῖρε, ἀρχηγὲ νοητῆς ἀναπλάσεως,
χαῖρε, χορηγὲ θεϊκῆς ἀγαθότητος.
Χαῖρε, σὺ γὰρ ἀνεγέννησας τοὺς συλληφθέντας αἰσχρῶς,
χαῖρε, σὺ γὰρ ἐνουθέτησας τοὺς συληθέντας τὸν νοῦν.
Χαῖρε, ἡ τὸν φθορέα τῶν φρενῶν καταργοῦσα,
χαῖρε, ἡ τὸν σπορέα τῆς ἁγνείας τεκοῦσα.
Χαῖρε, παστάς ἀσπόρου νυμφεύσεως,
χαῖρε, πιστοὺς Κυρίῳ ἁρμόζουσα.
Χαῖρε, καλὴ κουροτρόφε παρθένων,
χαῖρε, ψυχῶν νυμφοστόλε ἁγίων.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.
Ὕμνος ἅπας ἡττᾶται,
συνεκτείνεσθαι σπεύδων,
τῷ πλήθει τῶν πολλῶν οἰκτιρμῶν σου·
ἰσαρίθμους γὰρ τῇ ψάμμῳ ὠδάς,
ἂν προσφέρωμέν σοι, Βασιλεῦ ἅγιε,
οὐδὲν τελοῦμεν ἄξιον,
ὧν δέδωκας ἡμῖν τοῖς σοὶ βοῶσιν·
Ἀλληλούια.
Φωτοδόχον λαμπάδα,
τοῖς ἐν σκότει φανεῖσαν,
ὁρῶμεν τὴν ἁγίαν Παρθένον·
τὸ γὰρ ἄυλον ἅπτουσα φῶς,
ὁδηγεῖ πρὸς γνῶσιν θεϊκὴν ἅπαντας,
αὐγῇ τὸν νοῦν φωτίζουσα,
κραυγῇ δὲ τιμωμένη ταῦτα·
Χαῖρε, ἀκτὶς νοητοῦ ἡλίου,
χαῖρε, βολὶς τοῦ ἀδύτου φέγγους.
Χαῖρε, ἀστραπὴ τὰς ψυχὰς καταλάμπουσα,
χαῖρε, ὡς βροντὴ τοὺς ἐχθροὺς καταπλήττουσα.
Χαῖρε, ὅτι τὸν πολύφωτον ἀνατέλλεις φωτισμόν,
Χαῖρε, ὅτι τὸν πολύρρυτον ἀναβλύζεις ποταμόν.
Χαῖρε, τῆς κολυμβήθρας ζωγραφοῦσα τὸν τύπον,
χαῖρε, τῆς ἁμαρτίας ἀναιροῦσα τὸν ρύπον.
Χαῖρε, λουτὴρ ἔκπλυνων συνείδησιν,
χαῖρε, κρατὴρ κιρνῶν ἀγαλλίασιν.
Χαῖρε, ὀσμὴ τῆς Χριστοῦ εὐωδίας,
χαῖρε, ζωὴ μυστικῆς εὐωχίας.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.
Χάριν δοῦναι θελήσας,
ὀφλημάτων ἀρχαίων,
ὁ πάντων χρεωλύτης ἀνθρώπων,
ἐπεδήμησε δι’ἑαυτοῦ,
πρὸς τοὺς ἀποδήμους τῆς αὐτοῦ Χάριτος·
καὶ σχίσας τὸ χειρόγραφον,
ἀκούει παρὰ πάντων οὕτως·
Ἀλληλούια.
Ψάλλοντές σου τὸν τόκον,
ἀνυμνοῦμέν σε πάντες,
ὡς ἔμψυχον ναόν, Θεοτόκε.
Ἐν τῇ σῇ γὰρ οὶκήσας γαστρί,
ὁ συνέχων πάντα τῇ χειρὶ Κύριος,
ἡγίασεν, ἐδόξασεν, ἐδίδαξε βοᾶν σοὶ πάντας·
Χαῖρε, σκηνὴ τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγου,
χαῖρε, Ἁγία ἁγίων μείζων.
Χαῖρε, κιβωτὲ χρυσωθεῖσα τῷ Πνεύματι,
χαῖρε, θησαυρὲ τῆς ζωῆς ἀδαπάνητε.
Χαῖρε, τίμιον διάδημα βασιλέων εὐσεβῶν,
χαῖρε, καύχημα σεβάσμιον ἱερέων εὐλαβῶν.
Χαῖρε, τῆς Ἐκκλησίας ὁ ἀσάλευτος πύργος,
χαῖρε, τῆς Βασιλείας τὸ ἀπόρθητον τεῖχος.
Χαῖρε, δι' ἧς ἐγείρονται τρόπαια,
χαῖρε, δι' ἧς ἐχθροὶ καταπίπτουσι.
Χαῖρε, χρωτὸς τοῦ ἐμοῦ θεραπεία,
χαῖρε, ψυχῆς τῆς ἐμῆς σωτηρία.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.
Ὦ πανύμνητε Μῆτερ,
ἡ τεκοῦσα τὸν πάντων ἁγίων,
ἁγιώτατον Λόγον·
δεξαμένη γὰρ τὴν νῦν προσφοράν,
ἀπὸ πάσης ρῦσαι συμφορᾶς ἅπαντας,
καὶ τῆς μελλούσης λύτρωσαι κολάσεως,
τοὺς σοὶ βοῶντας·
Ἀλληλούια.
Ὁ Ὅσιος Ἰλαρίων ὁ Νέος
Ὁ Ὅσιος Ἰλαρίων διετέλεσε ἡγούμενος τῆς μονῆς Πελεκητῆς στὴν Τριγλὶα καὶ διακρίθηκε γιὰ τὸ ἀσκητικό του ἦθος, τὸ φιλόθεο ζῆλο του, τὸ χάρισμα τῆς ἐλεημοσύνης καὶ τοὺς πνευματικοὺς ἀγῶνες. Γι’ αὐτὸ ὁ Ἅγιος Θεὸς τὸν προίκισε μὲ τὸ προορατικὸ χάρισμα. Ὁ Ὅσιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 754 μ.Χ.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ἱλαρότητι τρόπων καλλωπιζόμενος, ὡς καθαρώτατον σκεῦος τῆς ἐπιπνοίας Χριστοῦ, τῆς ἐνθέου βιοτῆς ἐδείχθης ἔσοπτρον· ὅθεν ἀστράπτεις νοητῶς, ἀρετῶν μαρμαρυγὰς, Πατὴρ ἡμῶν Ἱλαρίων, πρὸς ἀπλανῆ ὁδηγίαν, καὶ σωτηρίαν τῶν ψυχῶν ἡμῶν.
Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ὡς ἐλαία εὔκαρπος, ἀναβλαστήσας, Ἱλαρίων Ὅσιε, καθιλαρύνεις μυστικῶς, τῷ σῷ ἐλαίῳ τοὺς ψάλλοντας· χαίροις Ὁσίων, κανὼν ἀπαρέγκλιτε.
Μεγαλυνάριον.
Ἔλεος καὶ χάριν παρὰ Θεοῦ, Πάτερ Ἱλαρίων, ὡς τῷ θρόνῳ αὐτοῦ ἑστώς, αἴτει θεοφόρε, ἡμῖν καταπεμφθῆναι, τοῖς ἐπιγραφομένοις, θερμὸν προστάτην σε.
Ὁ Ἅγιος Ἡρωδίων ὁ Ἀπόστολος Ἐπίσκοπος Ταρσοῦ
Ῥόδον νοητὸν ὢν σαφῶς Ἡρῳδίων,
Ξίφει τρυγηθείς, αὖθις ἀνθεῖ ἐν πόλῳ.
O Άγιος Ηρωδίων, ανήκε στο κύκλο των εβδομήκοντα Αποστόλων του Κυρίου. Μετά την ανάληψη του Χριστού, ο Άγιος αφοσιώθηκε στη διάδοση του Ευαγγελίου και υπήρξε
συνεργάτης των 12 Αποστόλων και ιδιαίτερα του Απόστολου Πέτρου. Μετά το μαρτυρικό θάνατο του απόστολου Ανδρέα του Πρωτόκλητου, στην εκκλησία της Πάτρας επίσκοπος έγινε ο
Ηρωδίων. Από τη νέα του θέση έδειξε όλες τις αρετές πού τον κοσμούσαν. Για τη χριστιανική του όμως δράση, συνελήφθη από τούς Ιουδαίους και τούς ειδωλολάτρες. Αφού τον έδειραν
άγρια και τον λιθοβόλησαν, στο τέλος τον έσφαξαν με τον πιο ωμό τρόπο. Έτσι με μαρτυρικό τρόπο επισφράγισε την πίστη του στο Σωτήρα και Λυτρωτή του Κύριο.
Η μνήμη του Αγίου Ηρωδίωνα επαναλαμβάνεται στις 10 Nοεμβρίου.
Ἀπολυτίκιον
Τῆς Ὑπάτης φωστῆρα καί ποιμένα θεόληπτον, τοῦ Παρακλήτου σέ χάρις, Ἠρῳδίων ἀνέδειξεν ἐν ταύτῃ γάρ Ἀπόστολε τό φῶς ἐκήρυξας τό θεῖον τοῦ Χριστοῦ, καί ὡδήγησας πρός πίστιν
τήν ἀληθήν τούς εὐσεβῶς βοῶντάς σοι δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ στεφανώσαντι, δόξα τῷ χορηγοῦντι διά σοῦ, ἡμῖν τά κρείττονα.
Οσία Γαβριηλία (Παπαγιάννη), η Κωνσταντινουπολίτις, η εν Λέρω τελειωθείσα
Ἀγάπης, σεμνή, πάντας στεγούσης στέγη
θεοσκέπαστος, Γαβριηλία, ὤφθης.
Η μοναχή Γαβριηλία Παπαγιάννη (Αυρηλία) γεννήθηκε στις 2 Οκτωβρίου του 1897 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη. Ηταν το μικρότερο παιδί της οικογένειας Παπαγιάννη, που ήταν ιδιαίτερα εύπορη. Λέγεται ότι η μεγάλη της αδελφή, η Βασιλική, ήταν εκείνη που της πρωτομίλησε για τον Θεό. Μαζί με τα παραμύθια που της διάβαζε, της έλεγε ιστορίες από το Ευαγγέλιο και την Παλαιά Διαθήκη.
Το 1923 μ.Χ., κατά την ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, η οικογένειά της απελάθηκε και βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη.
Η νεαρή, τότε, Αυριηλία εισήχθε στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (ήταν η δεύτερη γυναίκα που εισήχθη σε ελληνικό πανεπιστήμιο), όπου και έλαβε πτυχίο στη Φιλοσοφία. Σύμφωνα με τον βίο της, αγαπούσε τα φυτά, «μέχρι το τέλος της ζωής της μιλούσε μαζί τους», για αυτό και νωρίτερα είχε αποφοιτήσει απο τη Σχολή Γεωπονικής του Estavayer-le-Lac στην Ελβετία.
Στην Αθήνα μετέβη το 1932 μ.Χ., όπου έπιασε δουλειά σε μία ψυχιατρική κλινική. Μετά από ένα χρόνο βρέθηκε στην Αγγλία. Εκεί, για να τα βγάλει πέρα, έκανε διάφορες δουλειές, χωρίς, ωστόσο, να σταματήσει να φροντίζει και πάλι φτωχούς. Παράλληλα σπούδασε Ποδολογία και Φυσικοθεραπεία.
Μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η γερόντισσα επέστρεψε στην Ελλάδα. Στην Αθήνα άνοιξε ιατρείο φυσικοθεραπείας, όπου και πάλι βοηθούσε απόρους.
Καταλυτικό ρόλο στη μετέπειτα πνευματική της ζωή έπαιξε ο θάνατο της μητέρας της, το 1954 μ.Χ. Αφού έλαβε όρκο φτώχειας, παραχώρησε όλα τα υπάρχοντά της και αποφάσισε να φύγει στην Ινδία. Εκεί, για πέντε ολόκληρα χρόνια, στάθηκε στο πλευρό των λεπρών και έκανε τα αδύνατα δυνατά για την ανακούφισή τους. Στο διάστημα αυτό γνώρισε τη Μητέρα Τερέζα, τον Sivananda, τον ακτιβιστή κοινωνικό λειτουργό Baba Amte.
Μετά από τέσσερα χρόνια δωρεάν φυσιοθεραπείας σε απόρους, η Αυρηλία μετέβη στα όρη των Ιμαλαΐων, περνώντας έντεκα μήνες ως ερημίτρια. Το 1960 μ.Χ. έφτασε στην Κοινότητα της Αναστάσεως του Κυρίου της Βηθανίας όπου και δέχτηκε την μοναχική κουρά. Μετά την τριετή δοκιμασία της ως μοναχή, η Αυρηλία έλαβε το όνομα Γαβριηλία.
Εν συνεχεία στάλθηκε στην Κοινότητα Ταϊζέ στη Γαλλία από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα, όπου η αποστολή της εκεί ήταν σύντομη. Στη συνέχεια, στάλθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου περιόδευσε σε εθνικές ελληνικές κοινότητες σε δεκαεπτά Πολιτείες και συνόδευσε πολλούς ψυχικά ασθενείς σε ψυχιατρικά νοσοκομεία στην Ευρώπη.
Μετά από σχεδόν μια δεκαετία περιοδειών, ομιλιών και προσφοράς στους ασθενείς, στάλθηκε στην Ανατολική Αφρική για τρία χρόνια για να κάνει ιεραποστολικό έργο.
Μετά από σύντομη ανάθεση εργασίας στη Γερμανία, η αδελφή Γαβριηλία στάλθηκε πίσω στην Ινδία, όπου παρέμεινε για τρία χρόνια. Το 1979 μ.Χ. της παραχωρήθηκε η χρήση ενός διαμερίσματος στην Αθήνα και έγινε «Γερόντισσα», όπου και συνήθιζε να δίνει συμβουλές σε κόσμο που την επισκεπτόταν. Κοντά στο τέλος της ζωής της, αποσύρθηκε σε ένα ερημητήριο στην Αίγινα, αλλά όταν εμφάνισε λέμφωμα Hodgkin επέστρεψε στην Αθήνα. Μετά τη θεραπεία της εγκατέλειψε την Αθήνα δύο χρόνια πριν από το θάνατό της και μετακόμισε στο νησί της Λέρου. Πέθανε στο νησί στις 28 Μαρτίου 1992 μ.Χ.
Αναλυτικά το ανακοινωθέν του Οικουμενικού Πατριαρχείου:
Συνῆλθεν, ὑπό τήν προεδρείαν τῆς Α. Θ. Παναγιότητος, ἡ Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος εἰς τάς τακτικάς αὐτῆς συνεδρίας τήν Τρίτην, 3ην, καί τήν Τετάρτην, 4ην τ.μ. Ὀκτωβρίου 2023, τῆς νέας Συνοδικῆς περιόδου καί τοῦ νέου Ἐκκλησιαστικοῦ Ἔτους. Ἐν ἀρχῇ ἀντηλλάγησαν αἱ εἰθισμέναι προσφωνήσεις καί ἀντιφωνήσεις μεταξύ τοῦ Παναγιωτάτου Πατριάρχου καί τοῦ πρώτου τῇ τάξει τῶν νέων Συνοδικῶν Παρέδρων, Σεβ. Ἀρχιεπισκόπου Κρήτης κ. Εὐγενίου.
Κατά τήν πρώτην συνεδρίαν, εἰσηγήσει τῆς Κανονικῆς Ἐπιτροπῆς, κατετάγη εἰς τό Ἁγιολόγιον τῆς κατ᾿ Ἀνατολάς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἡ Μοναχή Γαβριηλία (Παπαγιάννη), ἡ Κωνσταντινουπολίτις, ἡ ἐν Λέρῳ τελειωθεῖσα, διακριθεῖσα διά τάς κατά Χριστόν ἀρετάς τῆς ἐλεημοσύνης, τῆς φιλανθρωπίας καί τῆς ἀπολύτου ἀφοσιώσεως καί ἐμπιστοσύνης εἰς τό θέλημα τοῦ Κυρίου.
Ἐπίσης, ἡ Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος ἐξέφρασε τήν εὐχήν καί διετύπωσε τήν προτροπήν ὅπως ὡς τάχιστα ἐπιστρέψουν εἰς τήν πατρίδα καί τάς ἑστίας των αἱ χιλιάδες τῶν ἐξ Οὐκρανίας παιδίων, ἅτινα βιαίως μετεφέρθησαν εἰς τήν Ρωσσικήν Ὁμοσπονδίαν.
Ἐξ ἄλλου, κατ᾿ ἀμφοτέρας τάς συνεδρίας ἐθεωρήθησαν ἅπαντα τά ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένα θέματα, ἐφ᾿ ὧν καί ἐλήφθησαν αἱ προσήκουσαι ἀποφάσεις.
Ἐκ τῆς Ἀρχιγραμματείας
τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α΄. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ἐνεργοῦ νῦν ἀγάπης σεμνὴν ἀσκήτριαν, Γαβριηλίαν, τῶν ὄντων ἐν συμφοραῖς ἀρωγὸν καὶ βροτῶν ἐμπεριστάτων τὴν ἀντίληψιν, ἱεραπόστολον Χριστοῦ νηπτικὴν ὡς προσφορᾶς ὑμνήσωμεν ἐκμαγεῖον, ἱλεουμένην τὸν Κτίστην ἡμῖν αὐτὴν τοῖς μακαρίζουσι.
Κοντάκιον
Ἦχος πλ. δ΄. Τῇ Ὑπερμάχῳ.
Θερμῆς ἀγάπης συνοδὸν καὶ ταπεινώσεως, τὴν ἐν τῷ κόσμῳ ἔξω κόσμου παραμένουσαν, εὐχομένην καὶ προσφέρουσαν ὡς θυσίαν ἑαυτὴν Χριστῷ ἐκθύμως ἀνυμνήσωμεν θεαυγῆ Γαβριηλίαν, τὴν ἀσκήτριαν, πόθῳ κράζοντες· Χαίροις, μῆτερ θεόληπτε.
Μεγαλυνάριον
Ἱεραποστόλων τὴν νεαυγῆ καὶ φαιδρὰν λαμπάδα, νέον εὖχος ἀσκητριῶν, τὴν ἀναλωθεῖσαν ἀγάπῃ τοῦ πλησίον, Γαβριηλίαν, πόθῳ ἀνευφημήσωμεν.
Ὁ Οἶκος
Ἄγγελος τῆς ἀγάπης, προσφορᾶς καὶ θυσίας, σεμνὴ Γαβριηλία, ἐδείχθης, ἐγκαλλώπισμα ἀσκητριῶν, ἱεραποστόλων τιμαλφὲς σέμνωμα καὶ τῶν βροτῶν ἰθύντειρα πρὸς πόλον· ὅθεν σοι βοῶμεν·
Χαῖρε, λειμὼν τῆς Χριστοῦ ἀγάπης·
χαῖρε, ἡμῶν ἐν δεινοῖς προστάτις.
Χαῖρε, Κωνσταντίνου τῆς πόλεως βλάστημα·
χαῖρε, τοῦ Ὑψίστου ἀμνάδων καλλώπισμα.
Χαῖρε, Λέρου ἐνδιαίτημα τιμαλφὲς καὶ ἱερόν·
χαῖρε, πόλου τὸ θησαύρισμα τὸ ὡραῖον καὶ λαμπρόν.
Χαῖρε, Ἀγαθαγγέλου ἡ σφραγὶς τῆς ἀγάπης·
χαῖρε, τοῦ μισοκάλου ἡ παγὶς τῆς ἀπάτης.
Χαῖρε, πηγὴ ἀκένωτος νήψεως·
χαῖρε, στακτὴ εὐώδης ἀσκήσεως·
Χαῖρε, ἀμνῶν ῥάβδος ἀπολωλότων·
χαῖρε, πολλῶν προστασία καμνόντων.
Χαίροις, μῆτερ θεόληπτε.
Κάθισμα
Ἦχος α΄. Τὸν τάφον Σου, Σωτήρ.
Μετὰ τὴν α΄ Στιχολογίαν
Ἀγάπης ἀκραιφνοῦς σκεῦος, Γαβριηλία, ἠνάλωσας σαυτὴν προσφορᾷ τοῦ πλησίον καὶ ἤσκησας ἄριστα ἐν ἐσχάτοις τοῖς ἔτεσι πᾶσαν ἔνυλον καὶ χοϊκὴν παριδοῦσα σχέσιν, πάνσεμνε, ἀΰλων νόων τὴν δόξαν ἐκθύμως ποθήσασα.
Έτερον Κάθισμα
Ἦχος α΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
Μετὰ τὴν β΄. Στιχολογίαν
Σὸν οἶκον ἐποίησας οἶκον Ἀγγέλων λαμπρῶν, ἀρήγουσα κάμνουσι, παραμυθοῦσα πιστοὺς ἐν λύπαις καὶ θλίψεσι, τρέφουσα τοὺς πεινῶντας καὶ αὐχμώσας καρδίας αὔραις τῶν σῶν φθεγμάτων ἀναψύχουσα, μῆτερ, κλυτὴ Γαβριηλία, εἰκὼν βίου θεόφρονος.
Έτερον Κάθισμα
Ἦχος γ΄. Τὴν ὡραιότητα τῆς παρθενίας σου.
Μετὰ τὸν Πολυέλεον
Ἔχουσα πρότυπον ἐν βίῳ ἄριστον τὸν Ἀγαθάγγελον, τὸν ἐνθεώτατον, ἀγάπης τὸν ὑφηγητήν, θεόφρον Γαβριηλία, ἑαυτὴν ἠνάλωσας προσφορᾷ πρὸς τοὺς ἔγγιστα, συμβουλαῖς καὶ Κτίσαντος τοῦ ἁγίου ὀνόματος λαμπρᾷ δοξολογία, μητέρων θείων καλλώπισμα τὸ νέον.
Έτερον Κάθισμα
Ἦχος γ΄. Θείας πίστεως.
Μῆτερ πάνσεμνε, Γαβριηλία, ἡ τὸν Κύριον ἐν τῇ καρδίᾳ Ἰησοῦν ὥσπερ ἀδάμαντα κρύπτουσα καὶ τὴν ἀγάπην Αὐτοῦ καὶ συμπάθειαν λόγοις καὶ πράξεσι πάντας διδάσκουσα, ἐξιλέωσαι τοῖς πίστει σε μακαρίζουσιν Αὐτὸν ὡς ἐλεήμων καὶ φιλάνθρωπος.
Ἰδιόμελον ἐκ τῆς Λιτῆς
Ἦχος α΄.
Τὴν λογιζομένην τὸ ὑπούργημα τῆς διακονίας τοῦ πλησίον μόνιμον καὶ θεάρεστον ἔργον τιμήσωμεν εὐσχημόνως, Γαβριηλίαν τὴν παναοίδιμον· αὕτη γὰρ τὴν προσφορὰν πρὸς ἅπαντας ὡς σφραγίδα τῆς τοῦ Χριστοῦ παρουσίας ἐκλαμβάνουσα οὐκ ἔπαυσεν ἀγαπᾶν ἐξ ὅλης αὐτῆς καρδίας γένος τὸ ἀνθρώπινον· καὶ τῇ ὄντως ἀγάπῃ, Χριστῷ, συνευφραινομένη ἀδιαλείπτως πρεσβεύει ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.
Έτερον Ἰδιόμελον ἐκ τῆς Λιτῆς
Ἦχος β΄.
Ἐν τῇ τύρβῃ τῶν πόλεων ὡς ἐν ἐρήμῳ βιώσασαν καὶ τῶν ἀσκητριῶν τῆς ἐρήμου ὁμόζηλον ἐν ταῖς πόλεσιν ὀφθεῖσαν, Γαβριηλίαν, τὴν ὁσίαν ἀσκήτριαν τῆς ἀγάπης, μεγαλύνωμεν κράζοντες· ἡ πάντας τοὺς πλησίον ἀγαθοὺς καὶ ἁγίους λογισαμένη καὶ αὐτοῖς ὡς τῷ Δεσπότῃ Χριστῷ ἀγογγύστως ὑπηρετήσασα, ἀξίωσον καὶ ἡμᾶς ταῖς χρείαις τῶν πλησίον διακονῆσαι, τοὺς ἑορτάζοντας πόθω τὴν ἁγίαν μνήμην σου.
Έτερον Ἰδιόμελον ἐκ τῆς Λιτῆς
Ἦχος γ΄.
Οὐρανοδρόμον ἀνύσασα πορείαν διῆλθες Ἀσίαν, Ἑσπερίαν καὶ Ἀλβιώνα, Γαβριηλία ὁσία, Χριστὸν πρακτικῶς ὁμολογοῦσα καὶ μάκτρῳ ἀγάπης σου ἀποσμήχουσα δάκρυα τῶν ἀλγούντων· καταντήσασα ὅθεν εἰς οὐρανίους ἐπάλξεις Χριστῷ προσενήνοχας τοὺς καρποὺς τῆς προσφορᾶς σου καὶ χάριν παρ’ Αὐτοῦ εἴληφας πρεσβεύειν ὑπὲρ τῶν τιμώντων τὴν ἀεισέβαστον μνήμην σου.
Έτερον Ἰδιόμελον ἐκ τῆς Λιτῆς
Ἦχος δ΄.
Ἀσκήσασα ἐν Βηθανίᾳ, Αἰγίνῃ καὶ Λέρῳ τὸν παλαιὸν ἐνέκρωσας ἄνθρωπον σὺν τοῖς παθήμασιν αὐτοῦ καὶ ταῖς ἐπιθυμίαις καὶ τὸν νέον ἀνέστησας, Γαβριηλία, τὸν ποθοῦντα ἰσαγγέλως πολιτεύσασθαι καὶ φθάσαι τὴν θέωσιν· παῤῥησίαν οὖν ἔχουσα πρὸς Κύριον ὡς Αὐτοῦ νύμφη ἄμωμος μὴ παύσῃ Αὐτὸν δυσωποῦσα ὑπὲρ τῶν τιμώντων σε.
Ὁ Ὅσιος Στέφανος ὁ Θαυματουργός ἐκ Ρωσίας
Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ὁσίου.
Ὁ Ἅγιος Εὐστράτιος ὁ Ὁσιομάρτυρας ὁ Νηστευτής
Ὁ Ὅσιος Εὐστράτιος, ἀπόγονος μιᾶς πλούσιας οἰκογένειας τοῦ Κιέβου, διέθεσε στοὺς πτωχοὺς ὅλα τὰ πλούτη του καὶ ἐγκαταβίωσε στὴ Λαύρα τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου, ὅπου ἀφιερώθηκε στὴν ἄσκηση καὶ τὴ νηστεία. Στὶς εἰκόνες περιγράφεται μὲ ἀνοιχτοῦ χρώματος μαλλιά, ἀραιὴ γενειάδα, ντυμένος μὲ τὸ μοναχικὸ ράσο καὶ ἀνυπόδητος.
Μόλις ὁ Ὅσιος ἔγινε μοναχός, ἄρχισε νὰ ἀγωνίζεται κατὰ τῶν σαρκικῶν παθῶν καὶ τοῦ διαβόλου μὲ τὰ ὅπλα τοῦ φωτός, τὴν ἀγρυπνία, τὴν προσευχὴ καὶ προπαντὸς τὴν χριστομίμητη νηστεία. Μὲ τὸν ἀγῶνα καὶ τὴν σκληρὴ ἐγκράτεια, ταπείνωσε τοὺς δαίμονες καὶ ἐξουδετέρωνε τὶς προσβολές τους. Πάντοτε θυμόταν ὅτι ὁ Κύριός του, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, μὲ τὴν σαρανταήμερη νηστεία καὶ τὴν προσευχή Του κατέβαλε τὸν πονηρό, ἐνῷ ἀντίθετα ὁ πρωτόπλαστος Ἀδάμ, λόγω τῆς ἀποτυχίας του στὸ νὰ φανεῖ ἐγκρατής, ἔπεσε καὶ ἐξορίσθηκε ἀπὸ τὸν Παράδεισο. Ἔτσι ὁ γενναῖος Εὐστράτιος ἕλιωσε πραγματικὰ τὸ σῶμα του μὲ τὴν αὐστηρὴ νηστεία, ἀλλὰ μαζὶ μὲ αὐτὸ ἕλιωσε καὶ τὰ πάθη καὶ διέλυσε τὶς δαιμονικὲς πλεκτᾶνες. Γι’ αὐτὸ
ἐπονομάσθηκε Νηστευτής.
Ὁ Βίος τοῦ Ὁσίου Εὐστρατίου περιγράφει, μὲ ἰδιαίτερη ἐπιμέλεια, τὶς περιστάσεις τοῦ μαρτυρίου του. Στὶς 20 Ἰουλίου τοῦ ἔτους 1096, ἡ Λαύρα τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου, ἔγινε ξαφνικὰ στόχος ἐπιθέσεως τῶν Πολόφσκυ, οἱ ὁποῖοι καθοδηγούμενοι ἀπὸ τὸν Μπονγιὰκ τὸν Φιλάργυρο, λεηλάτησαν τὴ μονὴ καὶ αἰχμαλώτισαν μοναχοὺς καὶ ἐργάτες αὐτῆς καὶ τοὺς πούλησαν ὡς σκλάβους στὴν Βυζαντινὴ πόλη Χερσόνησο, στὴν Ταυρίδα.
Ὁ Ὅσιος Εὐστράτιος καὶ ἄλλοι πενήντα αἰχμάλωτοι ἀγοράστηκαν ἀπὸ ἕνα Ἑβραῖο τῆς Χερσονήσου, ὁ ὁποῖος, γιὰ νὰ τοὺς ἐξαναγκάσει νὰ ἀσπασθοῦν τὴν ἰουδαϊκὴ πίστη τοὺς ἄφησε νὰ ὑποφέρουν ἀπὸ τὴν πεῖνα καὶ τὴ δίψα. Καθὼς ἡ ἀποδοχὴ τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ σήμαινε ἀπελευθέρωση ἀπὸ τὴν σκλαβιά, μετὰ ἀπὸ ἕξι χρόνια σκληρῆς δουλείας, οἱ αἰχμάλωτοι ἦταν ἕτοιμοι νὰ ἀρνηθοῦν τὸν Χριστό. Ὁ Ὅσιος Εὐστράτιος, ὅμως, τοὺς ἔπεισε νὰ μὴν ἀρνηθοῦν τὴν ὑπόσχεση ποὺ ἔδωσαν μὲ τὸ βάπτισμα. Μετὰ ἀπὸ δέκα τέσσερις ἡμέρες ὅλοι πέθαναν ἀπὸ πεῖνα καὶ δίψα, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Ὅσιο Εὐστράτιο, ποὺ εἶχε συνηθίσει στὶς πολυήμερες νηστεῖες. Ὁ ἰδιοκτήτης λοιπόν, ὀργισμένος, τὸν κατηγόρησε γιὰ τὸν θάνατο τῶν συντρόφων του καὶ διέταξε νὰ σταυρωθεῖ ἀνήμερα τοῦ Χριστιανικοῦ Πάσχα. Σύμφωνα μὲ τὸ Βίο, ὁ Ὅσιος Εὐστράτιος ἔζησε γιὰ δεκαπέντε ἀκόμα ἡμέρες ἐπάνω στὸν σταυρὸ καὶ βρῆκε τὴν δύναμη νὰ συζητήσει μὲ τὸν Ἑβραῖο ἰδιοκτήτη ἐὰν ὁ σταυρικὸς θάνατος ἦταν ἀτιμία ἢ προνόμιο καὶ νὰ προφητέψει γιὰ τοὺς δουλοκτῆτες του μία ἐπικείμενη θεομηνία. Μόλις τὸ εἶπε αὐτό, μαχαιρώθηκε.
Οἱ ἀνόσιοι σταυρωτὲς κατέβασαν τὸ ἱερὸ λείψανο ἀπὸ τὸν σταυρὸ καὶ τὸ ἔριξαν στὴν θάλασσα. Ἡ ἀνεξερεύνητη οἰκονομία τοῦ Θεοῦ μετέφερε τὸ τίμιο σκήνωμα θαυματουργικά, χωρὶς ἀνθρώπινη μεσολάβηση, στὰ σπήλαια τῆς Λαύρας τοῦ Κιέβου. Ἐκεῖ τὸ βρῆκαν μὲ κατάπληξη καὶ δέος οἱ μοναχοί, ἐκεῖνοι ποὺ εἶχαν σωθεῖ καὶ εἶχαν ἐπιστρέψει στὴ μονὴ μετὰ ἀπὸ τὸ πέρασμα τῶν Πολόφσκυ καὶ τὸ ἐνταφίασαν μὲ τιμὲς καὶ δοξολογίες. Στὸν τόπο αὐτὸ παραμένει μέχρι σήμερα, ἄφθορο καὶ δοξασμένο, ἐπιτελώντας ἀναρίθμητα θαύματα στοὺς πιστούς.
Ὁ Ὅσιος Ἡσύχιος ὁ Ἱεροσολυμίτης
Ὁ Ὅσιος Ἡσύχιος ἔζησε καὶ ἀσκήτεψε στὴν Παλαιστίνη κατὰ τὸν 5ο αἰώνα μ.Χ. καὶ διακρίθηκε στὴν συγγραφὴ πνευματικῶν κειμένων. Ὑπῆρξε γέννημα καὶ θρέμμα τῶν Ἱεροσολύμων.
Ἀφοῦ μελέτησε σὲ βάθος τὴν Ἁγία Γραφή, πλούτισε σὲ γνώσεις γιὰ τὸν Θεό. Ἀκολούθως, ἀφοῦ ἀναχώρησε καὶ ἔγινε μοναχός, ζοῦσε στὴν ἔρημο ἐπισκεπτόμενος τοὺς Ὁσίους Πατέρες ποὺ εὑρίσκονταν ἐκεῖ καὶ συλλέγοντας ἀπὸ τὸν καθένα τὰ ἄνθη τῆς ἀρετῆς ὡς φιλόπονη μέλισσα. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ διαφύγει τῆς προσοχῆς, τόση ἀρετή, ἀφοῦ ἐξαναγκάστηκε ἀπὸ τὸν τότε Ἀρχιερέα τῶν Ἱεροσολύμων, χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος. Καὶ προσμένοντας ἐπάνω στὸν Τάφο τοῦ Κυρίου καὶ στοὺς ἄλλους τόπους, στοὺς ὁποίους ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς ὑπέμεινε τὰ Ἅγια Πάθη γιὰ χάρη μας, ἄντλησε πηγὲς γνώσεως καὶ σοφίας. Γι’ αὐτὸ ἑρμήνευσε καὶ διασαφήνισε κάθε Γραφὴ καὶ προέβη σὲ ὠφέλεια πολλῶν.
Στὰ στοιχεῖα αὐτὰ τοῦ Συναξαρίου, ὁ Θεοφάνης στὴ Χρονογραφία του προσθέτει τὴν πληροφορία ὅτι ἡ χειροτονία τοῦ Ὁσίου Ἡσυχίου σὲ πρεσβύτερο, τελέσθηκε ἀμέσως μόλις ἀναδείχθηκε στὸν ἀρχιεπισκοπικὸ θρόνο τῆς Ἀλεξανδρείας ὁ Ἅγιος Κύριλλος (412 μ.Χ.). Ὁ δὲ Κύριλλος Σκυθοπολίτης, ὁ ὁποῖος γνωρίζει τὰ πράγματα ἀπὸ τὴν τοπικὴ παράδοση, πλὴν τῶν χαρακτηρισμῶν γιὰ τὸν Ὅσιο, «πρεσβύτερος καὶ τῆς Ἐκκλησίας διδάσκαλος», «πεφωτισμένος», «θεολόγος», «φωστήρ», παρέχει καὶ τὴν εἴδηση, ὅτι κατὰ τὸν ἐγκαινιασμὸ τοῦ ναοῦ τῆς μονῆς τοῦ Εὐθυμίου ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Ἰουβενάλιο (422 – 458 μ.Χ.), τὸ 428 ἢ 429 μ.Χ., στὴν συνοδεία αὐτοῦ παρίστατο καὶ ὁ Ὅσιος Ἡσύχιος πρὸς μεγάλη χαρὰ τοῦ Ἁγίου Εὐθυμίου.
Ὁ Ὅσιος ἀναμείχθηκε ἐνεργὰ στοὺς δογματικοὺς ἀγῶνες τῆς ἐποχῆς κοντὰ στὸ πλευρὸ τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, τοῦ ὁποίου τὴν ἀντινεστοριακὴ πολιτικὴ ἀκολούθησε, ὅπως συνάγεται καὶ ἀπὸ τὸ τμῆμα τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας του, τὸ ὁποῖο παρατίθεται στὰ Πρακτικὰ τῆς Ε’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (553 μ.Χ.).
Ὁ Ὅσιος, ἀφοῦ ἔγινε σὲ ὅλους γνωστὸς καὶ ἀξιοθαύμαστος καὶ ὑπηρετοῦσε τὸν Θεὸ μὲ κάθε τρόπο, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη καὶ ἀνέβηκε μὲ χαρὰ πρὸς τὸν Κύριο. Ὁ τάφος του ἐδεικνύετο ἀκόμη περὶ τὸ ἔτος 570 μ.Χ. στὴν ἀνατολικὴ πύλη τῶν Ἱεροσολύμων, ὅπου ὑπῆρχε παρεκκλήσι πρὸς τιμήν του, γίνονταν λατρευτικὲς συνάξεις καὶ διανέμονταν στοὺς πτωχοὺς δῶρα.
Ὡς ἔργα τοῦ Ὁσίου Ἠσυχίου θεωροῦνται τά: «Ὑπόμνημα εἰς τὸ Λευϊτικόν», «Ὑπόμνημα εἰς τὸν Ἰώβ», «Ἑρμηνεία Ψαλμῶν», «Ἑρμηνεία εἰς τὸν Ἡσαΐαν», «Στιχηρὸν τῶν Ἰβ’ Προφητῶν»,
«Ἑρμηνεία εἰς τᾶς ᾠδάς», «Συναγωγὴ ἀποριῶν καὶ ἐπιλύσεων», «Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία», «Ὁμιλίαι».
Ὁ Ἅγιος Μποϋὰν ὁ ἐπονομαζόμενος Ἐνραβωτᾶ πρίγκιπας τῶν Βουλγάρων
Ὁ Ἅγιος Μποϋὰν ἦταν υἱὸς τοῦ βασιλέως τῆς Βουλγαρίας Ὀμουρτὰγ (816 – 831 μ.Χ.), τὴν ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποία οἱ Βούλγαροι ἦταν ἀκόμη στὸ σκοτάδι τῆς εἰδωλολατρίας. Ἐνῷ ἦταν πρωτότοκος, μετὰ τὸν θάνατο τοῦ πατέρα του, δὲν ἔγινε βασιλέας, ἀλλὰ ἡ ἐξουσία πέρασε στὸν μικρότερο ἀδελφό του Μαλαμίρ.
Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τοῦ 9ου αἰῶνος μ.Χ., δηλαδὴ ἀπὸ τότε ποὺ ἄρχισε ἡ βασιλεία τοῦ φιλοπόλεμου Κρούμμου (803 – 814 μ.Χ.), οἱ Χριστιανοὶ διώκονταν, ἰδιαίτερα στὶς περιοχὲς ποὺ εἶχαν ἀποσπασθεῖ ἀπὸ τοὺς Βυζαντινούς.
Ὅταν ὁ ἀδελφὸς τοῦ Ἁγίου ἀνέκτησε τὴν ἐξουσία, θέλησε νὰ βεβαιωθεῖ ὅτι ὁ Μποϋὰν δὲν εἶχε ἀσπασθεῖ τὴν χριστιανικὴ πίστη. Γι’ αὐτὸ τοῦ πρότεινε νὰ συμμετάσχει σὲ ἕνα εἰδωλολατρικὸ θυσιαστικὸ συμπόσιο. Στὴν ἄρνηση τοῦ Ἁγίου νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα, ὁ βασιλέας διέταξε τὸν διὰ ἀποκεφαλισμοῦ θάνατό του. Ἦταν περὶ τὸ ἔτος 833 μ.Χ.
Σύμφωνα μὲ τὴν μαρτυρία τοῦ Θεοφύλακτου, Ἀρχιεπισκόπου Ἀχρίδος (1090 – 1126), ὁ πρίγκιπας Μποϋὰν κατὰ τὴν στιγμὴ τοῦ μαρτυρίου του προφήτευσε τὰ ἀκόλουθα: «Αὐτὴ ἡ πίστη, γιὰ τὴν ὁποία σήμερα πεθαίνω, θὰ διαδοθεῖ στὴν χώρα τῶν Βουλγάρων. Ἐσεῖς μάταια προσπαθεῖτε νὰ τὴν καταστρέψετε μὲ τὸν θάνατό μου. Τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ θὰ ὑπάρχει παντοῦ.
Θὰ ἀνεγερθοῦν ναοὶ καθαροὶ καὶ ἁγνοὶ πρὸς τιμὴν τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ καὶ ἱερεῖς καθαροὶ καὶ ἁγνοὶ θὰ Τὸν διακονήσουν. Τὰ εἴδωλα καὶ οἱ βωμοί σας θὰ καταστραφοῦν, σὰν νὰ μὴν ὑπῆρξαν ποτέ».
Τρία χρόνια ἀργότερα ὁ βασιλέας Μαλαμὶρ πέθανε. Ὁ ἀπόγονος τοῦ Ἁγίου Μποϋὰν βαπτίσθηκε Χριστιανός, τὸ ἔτος 865 μ.Χ., καὶ ἀνακήρυξε τὴν ὀρθόδοξη πίστη ὡς πίστη τοῦ κράτους.
Ὁ Ὅσιος Ἰλαρίων ἐκ Ρωσίας
Ο Όσιος Ιλαρίων ασκήτεψε στη μονή Ποκρόφσκοε Οζέρκσκοε της Ρωσίας και ήταν μαθητής του Οσίου Ευφρόσυνου του Θαυματουργού (βλέπε 15 Μαΐου). Κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 1476 μ.Χ.
Η μνήμη του Οσίου Ιλαρίωνα επαναλαμβάνεται στις 21 Οκτωβρίου.
Ὁ Ὅσιος Διονύσιος ὁ Ἐλεήμων
Γιὰ τὸν Ἅγιο Διονύσιο τὸν Ἐλεήμονα, Μητροπολίτη Λαρίσης καὶ κτίτορα τῆς μονῆς τοῦ Ἁγίου Νικολάου Ἀναπαυσᾶ τῶν Μετεώρων, δὲν διασώζονται ἁγιολογικὰ κείμενα, ἀκολουθίες, συναξάρια ἢ βίος.
Ὁ Ἅγιος Διονύσιος εἰκονίζεται σὲ τοιχογραφία τοῦ 1627 στὸ ἀριστερὸ κλίτος τοῦ ναοῦ τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων Τρικάλων, ὅπου κατὰ χρονολογικὴ σειρὰ ἀπὸ ἀριστερὰ πρὸς δεξιὰ τοιχογραφοῦνται ἑπτὰ «Ἅγιοι Ἀρχιεπίσκοποι Λαρίσης». Ὁ Ἅγιος Θωμᾶς ὁ Γοριανίτης, ὁ Ἅγιος Κυπριανὸς ὁ Θαυματουργός, ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος ὁ Λογιώτατος καὶ Νέος Θεολόγος, ὁ Ἅγιος Βησσαρίων, ὁ Ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἐλεήμων, ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Ἡσυχαστὴς καὶ ὁ Ἅγιος Βησσαρίων τοῦ Σωτῆρος.
Ἡ ἐπιγραφὴ τῆς τοιχογραφίας (ὁ Ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἐλεήμων Ἀρχιεπίσκοπος [λαρίσις]), μαρτυρεῖ ὅτι ὁ Ἅγιος καταξιώθηκε στὴ συνείδηση τοῦ πιστοῦ ποιμνίου του καὶ συγκαταριθμήθηκε στὴν τιμητικὴ χορεία τῶν τοπικῶν Ἁγίων τῆς περιοχῆς. Ἀκόμη, ἡ ἐπωνυμία Ἐλεήμων ποὺ τοῦ ἀποδόθηκε, ἀποδεικνύει ἀναντίρρητα τὴν πλούσια προσφορά του, τόσο στὸν Ἐκκλησιαστικὸ ὅσο καὶ στὸν κοινωνικὸ τομέα, ὡς φιλεύσπλαχνου διακόνου σὲ ὅσους βρίσκονταν σὲ χαμηλὴ κοινωνικὴ κατάσταση καὶ ὡς παρηγορητὴ σὲ ἐκείνους ποὺ ἔπασχαν.
Μὲ βάση τὴν χρονολογικὴ σειρὰ τῶν παραπάνω ἑπτὰ Ἁγίων Μητροπολιτῶν τῆς Λάρισας, ἡ ἀρχιερατεῖα τοῦ Ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἐλεήμονος, πρέπει νὰ τοποθετηθεῖ μετὰ τὸ 1489 – 1490 καὶ πρὶν τὸ 1499 καὶ ὁπωσδήποτε θὰ ἦταν μικρῆς διάρκειας. Περὶ τὸ ἔτος 1499 ὁ Ἅγιος Διονύσιος παραιτήθηκε ἀπὸ τὸ ἀξίωμά του καὶ τὴν θέση του κατέλαβε ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Ἡσυχαστής. Μετὰ τὴν παραίτησή του ἀποσύρθηκε καὶ μόνασε στὴ μονὴ Ἁγίου Νικολάου τοῦ Ἀναπαυσᾶ, τῆς ὁποίας ὑπῆρξε καὶ ὁ νεότερος κτίτορας.
Ἐπίσης ὁ Ἅγιος Διονύσιος Λαρίσης μνημονεύεται πολλὲς φορὲς στὸ «Σύγγραμμα Ἱστορικόν» ἢ «Χρονικὸν τῶν Μετεώρων», τὸ ὁποῖο πρέπει νὰ γράφτηκε λίγο μετὰ τὸ ἔτος 1529.
Σύμφωνα λοιπόν, μὲ τὸ κείμενο αὐτό, ὁ Ἅγιος Διονύσιος ἦταν ἐκεῖνος ποὺ πρῶτος ἔδωσε τὸν τίτλο τοῦ ἡγουμένου στὸν «πατέρα» τῆς μονῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Μετεώρου, ἱερομόναχο Ἰωάσαφ, ὁ ὁποῖος δὲν εἶχε καμία σχέση πρὸς τὸν ὁμώνυμο κτίτορα τῆς μονῆς βασιλέα Ἰωάννη Οὔρεση Παλαιολόγο – Ἰωάσαφ μοναχό, καὶ κατόπιν τὸν χειροτόνησε Ἐπίσκοπο Φαναρίου.
Ὁ Ὅσιος Διονύσιος κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη, τὴν Μεγάλη Πέμπτη τοῦ ἔτους 1510.
Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ἐκ Γεωργίας
Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ἦταν Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Μανγκλίσι τῆς ἀνατολικῆς Γεωργίας καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1751.
Ὁ Ὅσιος Ἰωνᾶς ἐκ Ρωσίας
Ὁ Ὅσιος Ἰωνᾶς καταγόταν ἀπὸ τὴν Ρωσία καὶ ἔζησε κατὰ τὰ τέλη τοῦ 15ου καὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ 16ου αἰῶνος μ.Χ. Ἀσκήτεψε στὴ νῆσο Κλιμέντσυ καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1534.
Ὁ Ἅγιος Μστισλάβος ὁ πρίγκιπας τοῦ Βλαντιμὶρ
Ὁ Ἅγιος Μστισλάβος ἔζησε στὴν Ρωσία κατὰ τὸν 12ο αἰώνα μ.Χ. καὶ ἦταν υἱὸς τοῦ πρίγκιπα τοῦ Βλαντιμὶρ Ἀνδρέου Βογκολιούμποβο. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1173.
Πηγές: http://www.saint.gr/03/28/index.aspx
http://www.synaxarion.gr/gr/m/3/d/28/sxsaintlist.aspx









